αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Η ζωή και το έργο του Κώστα Μόντη
Βιωματική καταγραφή
Ελένη Αντωνιάδου




Eλληνες ποιητές

Ελάχιστοι μας διαβάζουν
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ' αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά.


Αυτό το ποίημα το δημοσιεύει ο Κύπριος ποιητής Κώστας Μόντης το 1962, δίνοντας από πολύ ενωρίς την απάντησή του στη μόνιμη, και εν πολλοίς δικαιολογημένη, αγωνία των εν γένει Ελλήνων λογοτεχνών για τη δυνατότητα επικοινωνίας έξω από τα όρια της ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο, το 1990, στην ποιητική συλλογή, του επίσης Κυπρίου ποιητή, Γιώργου Κωνστάντη με τίτλο, Η σιωπή κι ο χρόνος, διαβάζω:

Ακρίτες ποιητές
                 
                              Στον ποιητή Κώστα Μόντη

Γράφουμε κι εμείς ελληνικά
Oμως οι Eλληνες καθόλου ή λίγοι μας διαβάζουν
Ας αφήσουμε τους ξένους
"Ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας"
Μικρή η αντιστάθμιση Κώστα
Τ' ότι γράφουμε ελληνικά
Εδώ στην άκρη της μεσόγειος
"Στις αμμουδιές του Ομήρου"

Eνεκεν των μεγάλων αποστάσεων
Δεν είναι λόγος να πνίγεται η φωνή μας
Λίγο έξω απ' τα νερά του Αιγαίου
Νιώθουμε κι εμείς να 'μαστε Eλληνες
Με τόλμην κι αρετή και πείσμα
Γράφουμε το τραγούδι μας ελληνικά
Στ' ακριτικά σύνορα του νότου.
 
Ο Γιώργος Κωνστάντης εδώ, απαντώντας, τριάντα περίπου χρόνια μετά, στον Κώστα Μόντη, διατυπώνει ένα διαφορετικό ποιητικό παράπονο. Τι γίνεται, όχι με τους ξένους, αλλά εδώ, λίγο έξω από τα νερά της Κύπρου; Γνωρίζουν οι άλλοι Eλληνες τα δικά μας τραγούδια; Παρά το γεγονός ότι ο Κώστας Μόντης είναι ένας πανελλήνια αναγνωρισμένος ποιητής, δεν είμαι βέβαιη αν αυτό, το σύνθετο ούτως ή άλλως, ερώτημα απαντήθηκε έκτοτε. Η εκδήλωση πάντως αυτή, με αφορμή το έτος Μόντη, ίσως να είναι ένα είδος απάντησης.

Ο Κώστας Μόντης γεννήθηκε στην Αμμόχωστο, στις 18 Φεβρουαρίου του 1914, τελευταίο από τα έξι παιδιά του Θεόδουλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα. Ο Θεόδουλος Μόντης, με καταγωγή από την Λάπηθο, ήταν δημόσιος υπάλληλος, ενώ η μητέρα του καταγόταν από την Αμμόχωστο. Το 1915 ο πατέρας του μετατίθεται στη Λεμεσό και το 1919 στην Λάρνακα. Η οικογένεια φυσικά τον ακολουθεί σ' αυτές τις μετακινήσεις. Στα 1922 χάνει από ασθένειες τους δυο αδελφούς του Γιώργο και Νίκο, σε διάστημα μόλις τριών εβδομάδων τον ένα από τον άλλο. Το 1926 χάνει και τη μητέρα του. Τη χρονιά εκείνη ο πατέρας του μετατίθεται από τη Λάρνακα στη Λευκωσία και έτσι η οικογένεια εγκαθίσταται πλέον στην πρωτεύουσα. Ο Κώστας Μόντης που πρέπει να φοιτήσει πια στο Γυμνάσιο θα εγγραφεί στην Ελληνική Σχολή Μόρφου, γιατί εκεί διδάσκει ο σύζυγος της μεγάλης αδελφής του Ειρήνης, Κώστας Συλβέστρος. Θα φοιτήσει εκεί για ένα χρόνο και μετά θα εγγραφεί στο Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευkωσίας. Το 1930 χάνει και τον πατέρα του ενώ είναι ακόμη μαθητής. Οι οδυνηρές αυτές εμπειρίες, σε τόσο τρυφερές ηλικίες, από τους τόσους αλλεπάλληλους θανάτους, θα περάσουν, όπως είναι αναμενόμενο, και στην ποίησή του. Σ' ένα επιγραμματικό ποίημα του, πολύ αργότερα, το 1974, και όταν πια θα έχει στη διάθεσή του όλα τα ποιητικά του εργαλεία, γράφει για τους αδελφούς του, μεταμφιέζοντας την οδύνη της απώλειας σε σπαραχτική ειρωνεία.

Τι ήταν αυτή η τρεχάλα ό ένας πίσω από τον άλλο
τ' ήταν αυτό το τρελλό παιχνίδι αδελφοί μου;
τ' ήταν αυτό τ' αστείο;

Το 1931 συμμετέχει στην εξέγερση κατά των Aγγλων, τα γνωστά Οκτωβριανά, που σηματοδότησαν μια πολύ μεγάλη σκλήρυνση της βρετανικής διοίκησης στην Κύπρο, η οποία βρισκόταν βέβαια τότε ακόμα κάτω από βρετανική κατοχή. Την ίδια εκείνη χρονιά αποφοιτά από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και εγγράφεται στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εν γνώσει του ότι οι Βρετανοί, μετά την εξέγερση του 1931, είχαν απαγορεύσει σε όσους σπούδαζαν στην Αθήνα να ασκούν το επάγγελμα του δικηγόρου στην Κύπρο.

Αυτή την περίοδο της ζωής του, την φοιτητική, θα τη συναντήσουμε, επίσης, στην ποίηση του, όπως στο νοσταλγικό ποίημα "Καφενείο Σάριζα, γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Διδότου"

Στο μικρό καφενεδάκι
είν' ακόμα κρεμασμένα στους τοίχους
τα είκοσί μας χρόνια
[...]

Από την Αθήνα αρχίζει να εργάζεται ως ανταποκριτής της κυπριακής εφημερίδας Ελευθερία για θέματα σχετικά με την αθηναϊκή καλλιτεχνική ζωή, με το ψευδώνυμο Κώστας Aλκιμος. Η σχέση αυτή με την έντυπη δημοσιογραφία θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια, ως ανταποκριτής, συντάκτης ή και εκδότης ακόμα περιοδικών και εφημερίδων, ενώ από το 1964 θα ξεκινήσει και μια γόνιμη συνεργασία με το Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου, πάντα σε σχέση με την πνευματική ζωή.

Ενώ είναι ακόμα φοιτητής, το 1934, εκδίδεται στη Λευκωσία η μικρή συλλογή ποιημάτων και πεζών, Με μέτρο και χωρίς μέτρο. Το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το παίρνει το 1937, επιστρέφει στην Κύπρο και το 1938 αρχίζει να εργάζεται στην Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία. Το 1939 εκδίδει την πρώτη του συλλογή πεζών με τίτλο Γκαμήλες και άλλα διηγήματα. Το 1940, λόγω του πολέμου, τα μεταλλεία κλείνουν και ο Κώστας Μόντης αλλάζει επάγγελμα και διορίζεται ως καθηγητής στην Εμπορική Σχολή Μόρφου, την οποία έχει ιδρύσει ο γαμπρός του Κώστας Συλβέστρος. Η Μόρφου επανασυνδέεται έτσι με τον Μόντη και οι δεσμοί αυτοί θα ενισχυθούν ακόμα περισσότερο γιατί αυτός είναι και ο τόπος καταγωγής της αγαπημένης του γυναίκας Ερσης Κωνσταντίνου, την οποία αραβωνιάζεται το 1943, έχοντας ήδη μετοικήσει στη Λευκωσία, από το 1942. Εκεί στη Λευκωσία, στην εκκλησία της Φανερωμένης για όσους γνωρίζουν, θα γίνει αργότερα και ο γάμος. Η Ερση, η αγαπημένη σύντροφος της ζωής του, με την οποία θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά, τον Θεόδουλο, τον Μάριο, τον Λέλλο και την Στάλω,  γίνεται πολλές φορές η μούσα των στίχων του.

Ο δρόμος μου τελειώνει στην αγάπη σου
στην αγκαλιά σου σταματά η ζωή μου

της γράφει το 1960, ενώ δέκα χρόνια αργότερα:

Είσαι το Σαββατόβραδό μου κι η Κυριακή μου
είσαι το σχολικό μου διάλειμμα των 10.

Η Μόρφου, η κατεχόμενη σήμερα Μόρφου, είναι και ο ποιητικός τόπος όπου διαδραματίζεται και ένα από τα πιο τρυφερά και παραμυθητικά ποιήματα του Κώστα Μόντη. Ενα ποίημα που όχι ως γραφή, αλλά ως αίσθηση, εμένα με οδηγεί στον κόσμο του Παπαδιαμάντη.

Παναγιά στο Μόρφου

Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν' η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θα 'ν' πάντα μέσα να προσμένει
να της ανοίξεις την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι απ' το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει "ναι" με το κεφάλι.
Ενα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δεν μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ' αγεράκι
βγαίνει κι Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ' ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ωσπου με το "άντε για ύπνο πια κ' είν' ώρα περασμένη"
σηκώνεται κ' η Παναγιά
και παίρνει την καρέκλα της και μπαίνει

Με τη μετοίκησή του στη Λευκωσία, το 1942, μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μαζί με δύο άλλους πρωτοπόρους Κυπρίους, τον συνθέτη Αχιλλέα Λυμπουρίδη και τον Φοίβο Μουσουλίδη, ιδρύουν στη Λευκωσία το Λυρικό που είναι και το πρώτο επαγγελματικό θέατρο στην Κύπρο. Το Λυρικό γνωρίζει πολύ μεγάλη επιτυχία, οι στίχοι που γράφει ο Κώστας Μόντης και μελοποιεί ο Αχιλλέας Λυμπουρίδης γίνονται μεγάλα σουξέ της εποχής, ενώ κάποια τραγούδια στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα αγαπιούνται τόσο, ώστε να θεωρούνται σήμερα από πολλούς ως παραδοσιακά τραγούδια της Κύπρου, όπως π.χ. η περίφημη Δροσούλλα.
 
Δροσούλλα

Εθθα σου πω Δρσούλλ' ασ σ' αγαπώ
τζ' ας κλαίσιν τα γρουσά σου τα μματούθκια
τζ' ας βκαίνουσιν μισά που τογ καμόν
τα παραπονημένα σου λοούδκια

Και για να πω την αλήθεια, την ώρα που έγραφα αυτούς τους στίχους κι εγώ η ίδια τους σιγοτραγουδούσα από μέσα μου. Εδώ κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα ο Μόντης το καλλιέργησε με αγάπη και σοφία όλα τα χρόνια της δημιουργικής ζωής του. Τα ιδιωματικά του μάλιστα ποιήματα εκδόθηκαν το 1980 σε ιδιαίτερο τόμο, με τίτλο, Στη γλώσσα που πρωτομίλησα, με εισαγωγή του καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μελετητή του έργου του, Γιώργου Κεχαγιόγλου.

Το Λυρικό κλείνει το 1944 και ο Μόντης επιστρέφει στην Εμπορική Σχολή Μόρφου, όχι όμως για πολύ, ενώ συνεχίζει και τη δημοσιογραφική δραστηριότητα. Το 1945 διορίζεται στο Κυπριακό Εμπορικό Επιμελητήριο, ως εκδότης του περιοδικού The Cyprus Chamber of Commerce Journal. Το 1946 εκδίδει την ποιητική συλλογή Minima. Το 1948 προσλαμβάνεται ως συντάκτης, στην εφημερίδα Εθνος και το 1949 στην εφημερίδα Κυπριακή. Το  1950 διορίζεται ως Γενικός Γραμματέας της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου. Την ίδια εκείνη χρονιά  θα χάσει την αδελφή του Ελέγκω σε ηλικία 47 ετών. Το 1954 θα χάσει ακόμα μια αδελφή, την Χρυστάλλα, 42 ετών. Το 1954 είναι η χρονιά που εκδίδεται και η ποιητική συλλογή Τα τραγούδια της Ταπεινής Ζωής.

Το 1955 ξεκινά στην Κύπρο ο αγώνας της ΕΟΚΑ εναντίον των Βρετανών. Ο Μόντης συμμετέχει στον Αγώνα ως πολιτικός καθοδηγητής και όπως είναι φυσικό, εμπνέεται από τον ηρωϊκό κλίμα της εποχής και τις θυσίες των αγωνιστών.
Στο αφιερωμένο στον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου ποίημα που τιτλοφορείται, "Τραγούδι για το μεγάλο αδελφό μας", λέει:

Να πάρουμε μια σταγόνα απ' το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ' το αίμα σου
να βάψουμε το δικό μας
να μη μπορέσει πια ποτέ να το ξεθωριάσει ο φόβος.

Και στο ποίημα, "Κυπριακή επανάσταση":

Ευτυχώς που το αίμα δεν παίρνει οδηγίες απ' το μυαλό,
ευτυχώς που μονάχα με την καρδιά έχει να κάνει,
που η καρδιά το κινεί,
γιατί ποιος ξέρει τι τσιγκουνιές εκείνο θα μας έκανε,
τι υπολογισμούς στις πιο κρίσιμες στιγμές
όταν θάπρεπε οπωσδήποτε να βάψουμε την άσφαλτο κόκκινη,
όταν θάπρεπε οπωσδήποτε να πιτσιλλίσουμε τους τοίχους κόκκινους.

Το 1956 αναλαμβάνει υπεύθυνος για τις λογοτεχνικές σελίδες του  σημαντικού για την εποχή περιοδικού Times of Cyprus. Το 1958 είναι η χρονιά που ο Κώστας Μόντης εκδίδει τις Στιγμές, τη συλλογή που, όπως είπε ο Γ. Π. Σαββίδης, σημαδεύει την ποιητική του ενηλικίωση. Κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει στη ζωή των ποιητών μια στιγμή κατά την οποία αποφασίζουν πλέον οριστικά και οι ίδιοι ότι είναι ποιητές, θεωρώ ότι η έκδοση των Στιγμών είναι αυτό το όριο για τον Κώστα Μόντη. Ασφαλώς έγραψε και πεζά και θεατρικά πολλά, όπως άλλωστε και πολλοί ομότεχνοί του. Τα στεγανά εξάλλου στη λογοτεχνία υπάρχουν, εξ ανάγκης σύμφωνοι, αλλά πάντως μόνο μέσα στο κεφάλι των γραμματολόγων και ημών των φιλολόγων.

Με τις Στιγμές το κυπριακό κοινό, αυτοί που διαβάζουν ποιήματα εννοώ, θα βρεθεί έκπληκτο μπροστά σε μια σειρά ποιημάτων, από τα οποία μόνο κάποια θα έχουν μια μορφή λίγο ως πολύ γνωστή, με τους τίτλους τους και έναν αριθμό στίχων που θα τους επιτρέπει τελοσπάντων να διέλθουν με κάποια άνεση το ποιητικό τοπίο. Αντιθέτως, τα περισσότερα θα είναι άτιτλα, θα είναι δίστιχα ή τρίστιχα ή θα αποτελούνται από ένα και μόνο ακαριαίο στίχο, θα είναι δε φτιαγμένα από λέξεις που τις ήξεραν από αλλού, αλλά δεν ήταν πια οι ίδιες, από υλικά γνωστά και ταυτόχρονα απροσδιόριστα, από εικόνες που ήταν οικείες και μαζί απροσδόκητες.

Η άνοιξη; Κι η άνοιξη μετρά τα χρόνια μας.

Κούμπωσα απάνω μου ένα πρωί Κυριακής
έβαλα στο πέτο μου ένα προάστιο της Λευκωσίας.

Και ένα έντιτλο:

Γαλήνη

Τέλειωσε η θάλασσα τις δουλειές της
και κάθισε στο παράθυρο να διαβάσει ένα βιβλίο.

Το 1961 ο Κώστας Μόντης, αμέσως μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας δηλαδή, αναλαμβάνει Διευθυντής Τουρισμού, θέση στην οποία θα παραμείνει ως τη συνταξιοδότησή του, το 1976. Το 1962 επανεκδίδει τις Στιγμές, καθώς και το Συμπλήρωμα των Στιγμών, με ποιήματα στο ίδιο εκείνο ύφος που τον καθιέρωσε στη συνείδηση των πνευματικών ανθρώπων του νησιού. Εκδίδει επίσης και το συνολικό έργο Ποίηση του Κώστα Μόντη που περιλαμβάνει τις Στιγμές, το Συμπλήρωμα των Στιγμών και άλλα ανέκδοτα ποιήματα της ίδιας τεχνοτροπίας, όπως διευκρινίζει ο ίδιος σε προλογικό σημείωμα στο βιβλίο. Το 1964 εκδίδει τη νουβέλα Κλειστές πόρτες και το 1965 την ποιητική συλλογή Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι. Την ίδια εκείνη χρονιά σε συνεργασία με τον Ανδρέα Χριστοφίδη, εκδίδει την Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης (από τα αρχαία χρόνια ως σήμερα). Με το Γράμμα στη μητέρα, που εν αντιθέσει προς τις Στιγμές, είναι μια εκτενής ποιητική σύνθεση, ο Κώστας Μόντης αρχίζει ένα πιο σύνθετο και ουσιαστικό διάλογο με την ποίηση, ακουμπώντας πια στο βάθος του ανθρώπου, εκεί όπου η σειρά και η λειτουργία των λέξεων έτσι όπως μας εξυπηρετούν στον καθ' ημέραν βίον, δεν αρκεί για να εκφράσει αυτό που ο ποιητής αισθάνεται, διαισθάνεται ή προαισθάνεται.

[...]
Γονάτιζε στους ώμους μας το σκοτάδι μητέρα
μας περιπτυσσόταν τ' αδιέξοδο
περιελισσόταν γύρω μας το στίγμα.
Δεν ξέραμε που καθοδηγούσε ο άνεμος τα σύννεφα,
δεν ξέραμε πού κατηύθυνε τις σκιές του,
με τι κριτήρια τις κατένεμε,
δεν ξέραμε το πρόγραμμά του,
δεν ξέραμε την ευθύνη του,
δεν ξέραμε την ευθύνη 
αυτών που μας άφηναν με μισό ουρανό,
δεν ξέραμε τους προσανατολισμούς
αυτών που μας άφηναν με μισό ήλιο,
με μισή καρδιά,
με μισή αγάπη,
δεν ξέραμε τ' αντίθετα επιχειρήματα.
[...]

Υπενθυμίζω πως βρισκόμαστε στο μέσον της κρίσιμης δεκαετίας του 1960 στην Κύπρο, έχουν ήδη προηγηθεί οι τουρκικές διεκδικήσεις και οι διακοινοτικές ταραχές και δυστυχώς την πορεία των πραγμάτων έως την τραγική κατάληξη του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής του 1974, μόνο ο προφητικός ποιητικός λόγος μπορούσε με καθαρότητα να δει και να εκφράσει, με μια ποιητική κυριολεξία που συγκλονίζει με την τραγική της ακρίβεια.

Το 1968 απονέμεται στον Κώστα Μόντη από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το 1968 εκδίδει τη συλλογή Αγνώστω Ανθρώπω και το 1969 τη συλλογή Εξ ιμερτής Κύπρου. Το 1972 ο Μόντης εκδίδει το Δεύτερο γράμμα στη μητέρα. Οπως και το πρώτο Γράμμα στη μητέρα, του 1965 είναι και αυτό μια εκτενής ποιητική σύνθεση που απευθύνεται στη μορφή από την οποία εκπορεύεται, αλλά και προστατεύεται η ίδια η ύπαρξή μας. Στα γράμματα αυτά η μητέρα, προς την οποία απευθύνει και την τραγική διαπίστωση, "μητέρα, πρώτα απ' όλα δε διάγω καλώς", ως ποιητικό υποκείμενο,  δεν παραμένει μόνο στο προσωπικό επίπεδο που σαφώς ενυπάρχει ως αποδέκτης της ατομικής αγωνίας. Επεκτείνεται και σε μια μητρική μορφή πιο οικουμενική και πιο πολυσήμαντη  που ασφαλώς όμως, κατά τη γνώμη μου, περικλείει και την Ελλάδα, όπως τη νοεί μας η συλλογική συνείδηση στην Κύπρο. Αυτά τα δύο συνθετικά ποιήματα, μαζί με ένα Τρίτο γράμμα στη μητέρα που θα εκδώσει το 1980, υπό το βάρος πλέον μιας βαθιά τραυματισμένης Κύπρου, θεωρούνται από τους μελετητές ως κορυφαία στιγμή στην ποίησή του Κώστα Μόντη.

Εν τω μεταξύ η κρίσιμη δεκαετία του 1960 οδεύει προς το τέλος της, η Κύπρος δέχεται τους κραδασμούς της δικτατορίας στην Ελλάδα και η κατάσταση γίνεται ολοένα και πιο ζοφερή. Αλλά το 1972, όταν ο Κώστας Μόντης εκδίδει το Δεύτερο γράμμα στη μητέρα, πολλοί από εμάς, στην Κύπρο και στην Ελλάδα είμαστε "τυφλοί τα τ' ώτα τον τε νουν τα τ' όμματα" για να θυμηθώ τον  Σοφοκλή και τον Οιδίποδα Τύραννο. Ο ποιητής όμως, όπως οι σοφοί του Καβάφη, ακούει τη "βοή των πλησιαζόντων γεγονότων και την προσέχει ευλαβής, ενώ εις την οδόν έξω ουδέν ακούουν οι λαοί".

[...]
Αλλάζουν όλα διαρκώς μορφή, μητέρα,
όλα διαρκώς μεταμφιέννυνται, μητέρα
αναπεριβάλλονται,
κυμαίνονται,
αναστρέφονται,
ασταθούν,
περιδινούνται
και τα καινούργια δεν είναι καινούργια,
και τ' άγνωστα δεν είν' άγνωστα,
και τα σχήματα δεν είναι σχήματα,
κ' οι αποστάσεις δεν είν' αποστάσεις,
κ' οι αποστάσεις δεν αφίστανται
κ' ερωτοτροπούν
ίδια κι' απαράλλαχτα σαν τη βουνοσειρά της Κερύνιας
που σήμερα την αγγίζεις με το χέρι σου,
που σήμερα σκύβει πάνω από το σπίτι σου,
που σήμερα είναι γατούλα στα πόδια σου,
κι αύριο είναι μίλια μακρυά,
σαν την ανεξήγητη, λέω, βουνοσειρά της Κερύνειας
που σήμερα είναι
κι αύριο δεν είναι,
που σήμερα είναι
κι αύριο δεν ξέρουν, δεν άκουσαν,
που σήμερα έχει όνομα
κι αύριο δεν έχει,
κι ενίστανται πια οι γεωγραφικοί χάρτες
και σαστίζουν
και διαμαρτύρονται
και δεν εμπιστεύονται.
Σαν την ανεξήγητη, λέω, βουνοσειρά της Κερύνιας
που άλλα χαρτιά σου δείχνει σήμερα κι άλλα αύριο,
που ισοπεδώνεται κι ανεβοκατεβαίνει
κ' επανέρχεται και δεν επανέρχεται,
που κρεμά τ' ανεύθυνο κουδούνι στο λαιμό,
που κρεμά κουδούνι και μυρσίνι στο λαιμό
και πηλαλά κορφή και σύγνεφο,
κι ανεμίζει κορφή και σύγνεφο,
κι ανεμίζει κορφή και μαντήλι,
κι ανεμίζει κορφή και χλωρό μαντήλι,
κι ανεμίζει κορφή και μαντήλι χαράς,
κι ανεμίζει κορφή και μαντήλι χωρισμού
γιατί δήθεν το μαντήλι χωρισμού
επιμηκύνεται στη θάλασσα
και ταξιδεύει και δεν ταξιδεύει
και σφυρίζει ελιά,
και σφυρίζει χαρουπιά,
και σφυρίζει πεύκο και κυπαρίσσι
και γυρνά εδώθε και σφυρίζει μπάτη κι' αρμύρα
και γυρνά εκείθε και σφυρίζει κάμπο κι άχνα Αυγουστιάτικη,
και σφυρίζει ψέμα και παραμύθι,
και σφυρίζει μικρή αλήθεια
και σφυρίζει πικρή αλήθεια
και πικρό νερό και πικροδάφνη.
[...]

Είμαι σίγουρη ότι αν δεν είχα αναφέρει το 1972, ως χρονολογία γραφής του ποιήματος, πολλοί, και όχι αδίκως, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι αναγνωρίζουν, ανάμεσα στους στίχους, τα γεγονότα της τουρκικής εισβολής του 1974. Επαναλαμβάνω εδώ τη δύναμη του προφητικού ποιητικού λόγου και απλώς για του λόγου το ασφαλές και άνευ άλλων σχολίων, επισημαίνω ότι η βουνοσειρά της Κερύνειας στο σώμα του ποιήματος δεν είναι άλλη από τον κατεχόμενο από τους Τούρκους Πενταδάχτυλο και ότι το μέρος όπου αποβιβάστηκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, το 1974, στην περιοχή της Κερύνειας, ονομάζεται Πικρό Νερό.

Το 1973 ο Μόντης θα τιμηθεί από την Κυπριακή Πολιτεία με το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς. Την ίδια αυτή χρονιά δημοσιεύεται και η πρώτη εκτενής μελέτη για το ποιητικό του έργο από τον Ανδρέα Χριστοφίδη, τον σπουδαίο αυτό Κύπριο στοχαστή, στον τρίτο τόμο των δοκιμίων του που εξέδωσε στη Λευκωσία, με γενικό τίτλο, Θέματα και απόψεις.

Το 1974, τον Ιούνιο, εκδίδει τη συλλογή Και τότ' εν ειναλίη Κύπρω... Το έτος αυτό, χρονολογία ορόσημο για την σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, θα είναι και μια χρονιά που μοιραία, θα εκτρέψει και το ποτάμι της  κυπριακής πνευματικής παραγωγής προς άλλες κατευθύνσεις και θα κάνει και τους ποιητές, όπως προσφυώς το διατύπωσε και ο Κώστας Μόντης, "να απελπιστούν όπως όλοι μας και να παρεκκλίνουν πλήρως απ' εκείνα πούγραψαν"'

Οι συλλογές του, Πικραινόμενος εν εαυτώ, 1975, Κύπρια ειδώλια και Τρίτο Γράμμα στη μητέρα, 1980, Μετά φόβου ανθρώπου 1982, Αντίμαχα, 1983, Ως εν κατακλείδι, 1984, Επί σφαγήν 1985, αποτελούν τη δική του κατάθεση για τον τόπο και το πεπρωμένο του. Απομονώνω ενδεικτικά κάποιους στίχους από το ποίημα "Στιγμές της Εισβολής" που περιέχεται στη συλλογή Πικραινόμενος εν εαυτώ, του 1975, τους οποίους τόσο μελωδικά και με τόσο δραματική ένταση μελοποίησε ο αξέχαστος φίλος, συνθέτης Μάριος Τόκας με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα. Τους στίχους αυτούς, ελαφρά διαφοροποιημένους, τους συμπεριέλαβε αργότερα και στο Τρίτο γράμμα στη μητέρα:

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας

Από το Τρίτο Γράμμα στη μητέρα προέρχονται και οι στίχοι:

[...]
Εν βία και εν θλίψει και εν πληγή μητέρα
εν αμέτρω πληγή
εν αφάτω πληγή.
Κι είναι κι' από άλλης απόψεως μια εξαίρεση το γράμμα μου
γιατί στη Λευκωσία δε γράφουμε πια γράμματα
απλώς αφήνουμε μια στιγμή
τους άδειους φακέλλους εκτεθειμένους στο κλάμα
[...]

Αυτό το Γράμμα, το τρίτο, έχει πάντως τη δική του βαρύνουσα σημασία ότι κλείνει με τους στίχους:

Μητέρα αυτή τη φορά είμαι βέβαιος
πως δεν θα σου ξαναγράψω.

Εν τω μεταξύ, ο Μόντης καθιερώνεται ως ποιητής, και συγγραφέας γενικότερα, σε πανελλήνιο επίπεδο και έργα του εκδίδονται και στην Ελλάδα, όπως π.χ. η Ανθολόγηση από τις Στιγμές που εκδίδεται από τον Κέδρο το 1978, ή το μυθιστόρημά του, Ο αφέντης Μπατίστας, που εκδίδεται από τον Εκδοτικό Οίκο Ερμής το 1980. Ποιήματά του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες,  η ποίησή του μπαίνει στα σχολικά βιβλία και διδάσκεται στα Πανεπιστήμια και έγκυροι μελετητές ασχολούνται με το έργο του. Συμμετέχει σε σημαντικές λογοτεχνικές εκδηλώσεις στην Κύπρο, την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και οι τιμητικές διακρίσεις διαδέχονται η μια την άλλη. Ενδεικτικά και πάλι μιλώντας, το 1981, του απονέμεται από την World Academy of Arts and Culture, ο τίτλος του Poet Laureate, του δαφνοστεφούς δηλαδή ποιητή, το 1994, παίρνει το Βραβείο Φρειδερίκου Μάθιους για τη συμβολή του στην Ελληνική Λογοτεχνία και τον Ελληνισμό του 1993. Το 1994, τιμάται και με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ανακηρύσσεται και επίτιμο μέλος της Ενωσης Συντακτών Κύπρου. Το 1997, αναγορεύεται Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου και το 1999, η ίδια αυτή Σχολή που τον τίμησε, τον προτείνει, μαζί με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για το Βραβείο Νόμπελ.

Εδώ νομίζω αξίζει να θυμίσουμε και ένα εξαιρετικό αφιερωματικό τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Η λέξη, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1999, με σημαντικές μελέτες για τον ποιητή και το έργο του από πολλούς πνευματικούς ανθρώπους από την Ελλάδα και την Κύπρο. Το 2000, ο Κώστας Μόντης γίνεται Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 2001 αναγορεύεται Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τρία μόνο χρόνια πριν από τον θάνατό του, στη Λευκωσία, το 2004.

Ευτυχώς και για τον ίδιο και για μας, ο Κώστας Μόντης ήταν από τους πνευματικούς ανθρώπους που βίωσαν και οι ίδιοι την αναγνώριση του έργου τους.

Εδώ θα μπορούσα να κλείσω, και αυτό σκοπεύω σε λίγο να πράξω, εν γνώσει μου ότι αυτή η εισαγωγική ομιλία είναι απλώς ένα ημιτελές πλαίσιο της ζωής και του έργου ενός δημιουργού με το ανάστημα του Κώστα Μόντη. Σκέφτομαι πόσες πλευρές έχει μόνο το ποιητικό του έργο και αντιλαμβάνομαι το μάταιον να προσπαθήσω, έστω και ακροθιγώς, να αναλύσω, στο πλαίσιο αυτής της εισήγησης, τον φιλοσοφικό του στοχασμό, την ποιητική του, την αιχμηρή χρήση της γλώσσας και το ποιητικό παιχνίδι της επανάληψης, τον καυστικό του σαρκασμό, το υποδόριο χιούμορ, την λεπτή ειρωνεία, την αιρετική ματιά στην ιστορία, το βασικό, κατά την άποψή μου, θέμα της ατομικής και της συλλογικής ευθύνης που διατρέχει την ποίησή του. Όπως αντιλαμβάνεστε, καθένα από αυτά τα θέματα, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πολλών διδακτορικών διατριβών. Για να μην πω κιόλας ότι προσπαθώ να μην ξεφύγω του μέτρου, έχοντας πάντα κατά νου τους στίχους με τους οποίους ο φιλοπαίγμων ποιητής υπονομεύει, και καλά κάνει, τις μετά πάθους προσπάθειες ημών των φιλολόγων, να αναλύουμε στα εξ ων συνετέθησαν τα έργα των ποιητών. Και επειδή είχα την τύχη και την τιμή να τον γνωρίζω προσωπικά, σαν να ακούω την τόσο χαρακτηριστική φωνή του ειρωνικά να ψιθυρίζει:

Προς φιλόλογο μελετητή ποίησης 1

Αν πραγματικά βρήκες είκοσι λάμδα στο ποίημα
με προβληματίζεις,
αν πραγματικά βρίσκεις είκοσι δέλτα
με προβληματίζεις πολύ σοβαρά.

Μένω λοιπόν έως εδώ, με τη δική του παρηγορητική σκέψη ότι "ο ποιητής δεν πέθανε/ απλώς μετεκόμισε στους στίχους του" και "ως τελευταία απόλαυση", για να θυμηθώ και πάλι τον Αλεξανδρινό, με τον οποίο ούτως ή άλλως και ο Μόντης συνομιλεί, σας προσφέρω ένα ποίημά του, που αγαπώ όλως ιδιαιτέρως.

 
Η αμυγδαλιά

Καθ' ην στιγμήν εμείς συζητούμε ακόμα
η αμυγδαλιά άναψε ήδη ντόπρα τα κεράκια της
κι ανήρτησε σε κοινή θέα τις προθέσεις της.
Ω ναι, τουλάχιστον οι ποιητές
ας μην τη λέμε "τρελλή"
που πήρε την απόφαση
τουλάχιστον οι ποιητές ας μην τη λέμε "τρελλή"
που επωμίσθηκε τις ευθύνες της,
που διεκινδύνευσε τη νοημοσύνη της
στα όμματα των δειλών,
που διεκινδύνευσε τη νοημοσύνη της
στα όμματα των ανίδεων
στα όμματα των θερμοκηπίων.

Το μόνο σοφό σχόλιο σ' αυτό το ποίημα είναι, νομίζω, οι δικοί του και πάλι στίχοι:

Οσα νερά τζ' αν έσιη
αν ήταν να φοούμαστιν
αν ήταν να προσέχουμε να μεβ βρεχούμαστιν
ίντα 'μ που βρέσιει;





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.