αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Φλωρεντία Φουντουκλή: μια ξεχασμένη ποιήτρια του 19ου αιώνα
«…γράφω όλα εκτενώς τα κατά την ζωήν μου»
Βαρβάρα Ρούσσου




Προς τα τέλη του 19ου αι. ο λογοτέχνης δεν ήταν πλέον ο αιθεροβάμων ευγενής του ρομαντισμού αλλά συχνά ο εργαζόμενος στον Τύπο: ο δημοσιογράφος, ο μεταφραστής ειδήσεων και λογοτεχνικών έργων, ο αρθρογράφος. Για τις λογοτέχνιδες, όσες δηλαδή τολμούσαν όχι μόνον να γράψουν αλλά και να δημοσιεύσουν, δεν ίσχυε φυσικά το ίδιο καθώς η πατριαρχική κοινωνία δεν επέτρεπε στις γυναίκες την εκτός οίκου δράση και θεωρούσε ασύμβατη με το φύλο τους την ενασχόληση με τη γραφή. Στον ελλαδικό χώρο το είδος γυναίκα-δημοσιογράφος εγκαινίασε και υπηρέτησε συστηματικά και πιστά η Καλλιρρόη Παρρέν.1 Γυναίκες όμως που έγραφαν, οι υποτιμητικά ονομαζόμενες από τον Ροΐδη «γράφουσες», εμφανίζονται ήδη από τις αρχές του 19ου αι., ενώ η πρώτη ποιήτρια που εκδίδει αυτοτελώς το έργο της, το 1840, είναι η Αντωνούσα Καμπουράκη.2
 
Από τα μέσα του 19ου αι. το επάγγελμα που κατά κύριον λόγο ασκούσαν οι Ελληνίδες λογοτέχνιδες ήταν αυτό της δασκάλας. Επρόκειτο για επάγγελμα που επέτρεπε στις νεαρές γυναίκες να βιοπορίζονται, εξασφαλίζοντας οικονομική ανεξαρτησία και να κινούνται εκτός του οίκου αποκτώντας σαφή συνείδηση φύλου. Επιπλέον, η συγκεκριμένη εργασία νομιμοποιούσε τη δυνατότητα δημόσιου λόγου και δεν ήταν λίγες εκείνες που διδάσκοντας σε ονομαστά παρθεναγωγεία περιβάλλονταν με σεβασμό από την κοινότητα και άρθρωναν επίσημο δημόσιο λόγο (τελετές, εορτές, εξετάσεις παρθεναγωγείων κ.λπ.), πράγμα σπάνιο για τα δεδομένα της εποχής. Παράλληλα, όπως αποκαλύπτει η έρευνα των τελευταίων ετών, μεταξύ όλων αυτών των διδασκαλισσών, διασκορπισμένων σχεδόν σε όλη την έκταση των Βαλκανίων, δημιουργήθηκε ένα δυναμικό δίκτυο το οποίο διακινούσε έντυπα, βιβλία, λογοτεχνία και φυσικά ιδέες και εργαζόταν συστηματικά για το γυναικείο ζήτημα έχοντας ως θέμα αιχμής τη γυναικεία εκπαίδευση.3 

Οι διδασκάλισσες-ποιήτριες (και γενικά οι λογοτέχνιδες) του 19ου αι. μπορούσαν αγαστά να συνδυάσουν το παιδαγωγικό έργο τους με τη στιχουργία (και την πεζογραφία ή το θέατρο) γράφοντας για παιδιά, πράγμα που η κριτική αποδεχόταν με ευκολία ως όλως αρμοστό στην ίδια τη φύση (ευαισθησία, τρυφερότητα) και τον ρόλο (μητρότητα) της γυναίκας. Οι λόγιες αυτές δασκάλες είχαν αναδειχθεί σε υπέρμαχους της χειραφεσίας, του ήπιου δηλαδή φεμινισμού που είχε κύριο εκφραστή του την Εφημερίδα των Κυριών και σημαιοφόρο την Παρρέν. Η ίδια η Παρρέν ήταν δασκάλα και οι δασκάλες-συνεργάτιδές της συνδύαζαν το παιδαγωγικό τους έργο με το λογοτεχνικό και τη δράση υπέρ του γυναικείου θέματος. Από τις σχεδόν είκοσι μόνιμες συνεργάτιδες της Εφημερίδος των Κυριών (1887-1917) τουλάχιστον οι οκτώ ήταν δασκάλες.

Μια τέτοια μορφή υπήρξε η Φλωρεντία Φουντουκλή. Αντίθετα με ό,τι ισχύει συχνά για τις λογοτέχνιδες του 19ου αι. -και ιδίως του πρώιμου- των οποίων η βιογραφία παραμένει άγνωστη, για τη ζωή της Φουντουκλή γνωρίζουμε αρκετά στοιχεία. Με καταγωγή από την Κέρκυρα, πατέρα αξιωματικό, γόνο καλής οικογενείας, και μητέρα από οικογένεια αγωνιστών, είχε θεία την Πολυτίμη Κουσκούρη, διαπρεπή παιδαγωγό, συγγραφέα παιδαγωγικών μελετημάτων μεταξύ των οποίων και μελέτες υπέρ της αναγκαιότητας της εκπαίδευσης των γυναικών.4 Η Φουντουκλή γεννήθηκε το 1869, φοίτησε στο σχολείο της εξαίρετης παιδαγωγού Αικατ. Λασκαρίδου και κατόπιν, όπως οι περισσότερες δασκάλες, στο Αρσάκειο. Συμπλήρωσε τις σπουδές της στο Παρίσι και στο Βερολίνο επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1888. Δίδαξε για χρόνια και το 1892 ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου. Πέθανε το 1915 στην Ιταλία επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά μακρά παραμονή στη Γερμανία.

Το ποιητικό της, όπως και το λοιπό έργο (για παιδιά και ενήλικες), δεν το εξέδωσε ποτέ και βρίσκεται διασκορπισμένο σε περιοδικά της εποχής, και ιδίως στην Εφημερίδα των Κυριών όπου απαντούν τριανταέξι ποιήματά της. Πρόκειται για ποίηση που δεν αξιολογείται με κριτήρια την εκφραστική δύναμη, την πρωτοτυπία, την τεχνική. Ο λυρισμός της είναι τιθασευμένος καθώς κυριαρχεί η αφηγηματικότητα που αποδίδει το βίωμα με μια μάλλον αισιόδοξη προοπτική. «Και αν η γη σκεπάσθηκε με πάγους και με χιόνια/ μήπως και πάλι δεν θαρθούν τα λάλα χελιδόνια;/… Μόν' στο θεό σου πίστευε κι η άνοιξις θ αρχίση» γράφει στο ποίημα «Ελπίς» (1890). Αυτή η τάση μείωσης της λυρικής διάθεσης, θεωρούμενης σχεδόν ως εγγενές γνώρισμα της γυναικείας ποίησης, προσδιορίζει την ιδιαιτερότητα της ποίησης της Φουντουκλή. Συχνά φαίνεται ανάλαφρη και επιφανειακή, χωρίς να εκπίπτει στην κουραστική ρητορεία αλλά και χωρίς επιδεικτική φλυαρία. Ακόμη και όταν αποτυπώνει θλίψη «Πλην την ψυχήν μου έθλιβον του χωρισμού οι πόνοι», το συναίσθημα αντηχεί επιδερμικό και χάνει το βάρος του εν μέσω της έμμετρης αφήγησης που αποζητά την περιγραφική αποτύπωση των εμπειριών: «Αρχίζω το ταξείδιον και μάλιστα και μόνη/ Πλην την ψυχήν μου έθλιβον του χωρισμού οι πόνοι/ Εις τας επτά πρωί πρωί η μηχανή συρίζει/ Στο θλιβερόν της σύριγμα το μάτι μου δακρύζει». Θα τη χαρακτηρίζαμε ποίηση υπαγορευμένη από τις περιστάσεις του βίου, εν είδει ημερολογίου, που κοινοποιεί στις αναγνώστριές τις συνήθως ευχάριστες περιπέτειες του βίου ή σε άλλες περιπτώσεις τις συμφορές. Πολύ συχνά ο αποδέκτης των αφηγηματικών ποιημάτων της, είναι μια φίλη (ενίοτε και με όνομα) αλλά ουσιαστικά πρόκειται για ένα «εσύ», που τείνει να εγγράψει το ποίημα στο είδος της έμμετρης επιστολής.
Το θηλυκό αυτό εσύ, πέρα από την υπαρκτή φίλη της ποιήτριας, υπονοεί κάθε αναγνώστρια, δημιουργώντας έτσι μια γυναικεία κοινότητα (sisterhood) εντός της οποίας πρωταρχική ανάγκη συνιστά η επικοινωνία και η κοινοποίηση του βιώματος. Βέβαια, η επικαιρική αυτή ποίηση που επιχειρεί να μνημειώσει την ατομική εμπειρία της στιγμής και να την κοινοποιήσει ως δυνητικά συλλογικό βίωμα, είναι συνήθης ιδίως μεταξύ των ποιητριών: αφιερωματικά ποιήματα με αφορμή γενέθλια, γάμους, γεννήσεις, αναχωρήσεις στο εξωτερικό και ποιήματα για τον θάνατο προσφιλών προσώπων. Η Φουντουκλή δεν διαφεύγει του κανόνα και επιπλέον φαίνεται να έχει ιδιαίτερη ικανότητα στη στιχουργία αυτού του είδους που αναδεικνύει το επίκαιρο. Απόδειξη αποτελούν η πρώτη έμμεση αφήγησή της σε τρεις συνέχειες «Επιστολαί οικιακαί προς φίλην» (1887), τα μεμονωμένα ποιήματα «Ενώ η φαντασία μου αρχίζει το ταξίδι», «Στη θάλασσα του Mon Repos», η έμμετρη αφήγηση της συνάντησής της με την Καλλιρρόη Παρρέν στην Κέρκυρα καθώς η τελευταία μεταβαίνει στο Σικάγο για το Συνέδριο των Γυναικών «Ενώ δια την Εκθεσιν διαβαίνει σαν πουλί» και τα τρία του 1893 και κυρίως οι δώδεκα έμμετρες αφηγήσεις της από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο του 1898 στην Εφημερίδα των Κυριών, ποιητικές επιφυλλίδες με τις εντυπώσεις της από ταξίδι στη Γερμανία. Στα παραπάνω, όσο και στα λοιπά ποιήματα της Φουντουκλή διακρίνεται η σταδιακή μετακύλιση από την καθαρεύουσα προς μια ήπια δημοτική.

Η Φουντουκλή αποτελεί ενσάρκωση του τύπου γυναίκας που οραματίζεται το γυναικείο κίνημα της εποχής. Πρόκειται για τη γυναίκα που συναιρεί τη δράση (επάγγελμα, γυναικεία εκπαίδευση, δράση υπέρ των γυναικών - υπήρξε δασκάλα, παιδαγωγός, μαθηματικός) με την γραφή. Το ευρύ πεδίο της συγγραφικής παραγωγής της Φουντουκλή περιλαμβάνει ποικίλα κείμενα άλλα από τα οποία, θεωρητικά ή λογοτεχνικά, εξυπηρετούν το παιδαγωγικό έργο της και άλλα είναι αμιγώς λογοτεχνικά. Ολες οι κατηγορίες κειμένων απορρέουν από την αναγκαιότητα αφήγησης του εαυτού, της συγκρότησης της έμφυλης γυναικείας υποκειμενικότητας. Η τάση της Φουντουκλή να γράφει έμμετρες αφηγήσεις εγγράφεται στην ανάγκη δημιουργίας μιας αυτοεικόνας, η οποία θα αποτυπώνει τις πολλαπλές ταυτότητες που μπορεί να έχει μια γυναίκα, ταυτότητες που η ίδια η ποιήτρια συνδύασε στον βίο της και εξέφρασε στα ποιήματά της.





-----------------------------------
1. Το δημοσίευμα αποτελεί συντομευμένο απόσπασμα από ευρύτερη μελέτη οπότε για λόγους οικονομίας λείπει η διεξοδική τεκμηρίωση, παραλείπεται η συστηματική αναφορά σε πηγές και η εκτενής βιβλιογραφία.

2. Για τις αυτοτελείς εκδόσεις ή τις δημοσιεύσεις γυναικών και το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο βλ. το έργο αναφοράς της Σ. Ντενίση, Ανιχνεύοντας την «αόρατη» γραφή. Γυναίκες και γραφή στα χρόνια του ελληνικού Διαφωτισμού-Ρομαντισμού, Νεφέλη, Αθήνα 2014.

3. Πρόκειται για μείζον ζήτημα της εποχής, συνδεδεμένο βέβαια με τη λογοτεχνία αλλά κυρίως με το γυναικείο ζήτημα. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Αθήνα 1986.

4. Πολυτίμη Κουσκούρη, «Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου», Πανδώρα, 3, 7, (Φεβρουάριος 1853).

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.