αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Θέση
Θρύμματα ευκίνητα
Γιάννης Λειβαδάς




β.

Η ποίηση είναι μια τέχνη όχι ολότελα γεννημένη, συνεπώς, σε αντιδιαστολή με όσα διατείνονται ή εφαρμόζουν οι ποιητές μεταπράτες, θα αργήσει πολύ να πεθάνει.

Οι ποιητές μεταπράτες, εξαιρετικά συμβατοί με τις αρχές της επικρατούσας συντήρησης, δεν είναι δυνατό να αναλογιστούν το μέγεθος της υπακοής τους - η οποία επιβραβεύεται ή, τουλάχιστον, λαμβάνει τακτικά κάποια εύσημα. Ο φόβος πως η απειθαρχία θα προκαλέσει ένα είδος κοινωνικού θανάτου (φόβος εύστοχος), είναι ισχυρότερος από τη θέληση για τη συγκρότηση μίας ουσιώδους άρνησης, μεταρρύθμισης, επαναφοράς στο περιπετειώδες οργανικό. Εφόσον το κατεστημένο προϋπάρχον καταδεικνύει με περισσή σαφήνεια τη λατρεία που τρέφει στη φορμόλη και τα διεγερτικά που σοφίζεται κάθε τόσο, ώστε να παίρνει τις απαιτούμενες, σποραδικές ζωτικές ανάσες.

Η δημοκρατία, αυτό το χαμαιλεόντιο σπορ του πολιτισμού, συντηρείται, σε μεγάλο βαθμό, από την υπαγωγή της καθημερινότητας σε ένα υποσύστημα μίμησης. Ωφελιμισμός για στραβόξυλα. Το υποσύστημα ετούτο είναι ιδιαίτερα προσφιλές στους θιασώτες που απαρτίζουν τη δημοκρατία. Πρόκειται για ένα αξεσουάρ ενδεχόμενης εξουσίας, με το οποίο περνά την ώρα της η «αντιπολίτευση του πνεύματος», με την «πολίτευση» να είναι ακόμη χειρότερη από την ίδια. Αυτός ο μνημειακός εορτασμός της θεμελιοκρατίας, προς διάδοση όλων των συνεπειών και των ασυνεπειών της, είναι ίσως ο πιο εμφατικός παρονομαστής των επιφανειών πάνω στις οποίες αναρτώνται τα επόμενα συμβατικά, απολύτως ελέγξιμα από τους εμπνευστές τους, «εγχειρήματα», τα οποία, ευλόγως, αφορούν μόνο τις διαδικασίες από τις οποίες προέκυψαν. Οι επιφάνειες αυτές, οι οποίες στην κυκλοφορία ονομάζονται ποιητικές συλλογές, αντικατοπτρίζουν το εσωτερικό της εν λόγω μίμησης.

Γιατί αναφέρομαι στα παραπάνω; Διότι πλέον είναι ξεκάθαρο πως η ποίηση αντιγράφει αυτό που ονομάζουμε οικουμένη: κατάντησε καλή ή κακή δημοσιότητα. 

Oμως, όσο απατηλή είναι η ζωή, τουλάχιστον τόσο απατηλή δεν είναι η ποίηση. Eχουμε να κάνουμε με έναν αναρχισμό, ο οποίος δεν σχετίζεται με τον ιδεολογικοποιημένο προϋπάρχων, είναι πνευματικός, μη-ιδεολογικός και αυτοπροαίρετος. Εκτός χύτευσης.

Η ποίηση δεν είναι απατηλή γιατί είναι εξαπατημένη, αυτό όμως το γνωρίζει: παρότι το κενό περιέχει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος προσπαθεί να ενσωματωθεί στο κενό.

Οι συζητήσεις μεταξύ των οπαδών του, διαχωρισμένου από τη λογοτεχνία, κριτικού λόγου, αποκρύπτουν τον φόβο που διέπει όλους τους υποταγμένους στην πολιτισμική δύναμη. Η αμφίδρομη απόκλιση μεταξύ κριτικής και λογοτεχνίας οφείλεται στο γεγονός πως και οι δύο δεν διαθέτουν πρόσβαση στη ζωή. Διαθέτουν πρόσβαση στην επιβίωση, στις θεωρήσεις περί κόσμου, μα όχι στη ζωή καθ' αυτή. Και ετούτο έχει, ασφαλώς, λογική βάση, διότι και οι δυο τους αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτήν τη σημαντικότατη παράμετρο, αφού κατόπιν θα αναγκαστούν να λογοδοτήσουν στον εαυτό τους με αυστηρά ταυτολογικούς όρους˙ πιστοποιώντας την αναμεταξύ τους μίμηση.

Το νέο όμως, η παράδοση της λογοτεχνίας, ούτως ή άλλως, ουδέποτε προκύπτει σε σχέση ή σε συνάφεια με κάποια προϋπάρχουσα, επιχειρηματολογία. Το νέο είναι εκείνο που δημιουργεί τη σχέση και τη συνάφεια. Το λεγόμενο αντίθετο δεν είναι δυνατόν να είναι άλλο˙ δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει ως νέο, δεν είναι ικανό να τελεστεί σε δημιουργική παραμονή, η οποία θα του επιτρέπει να αφαιρεί ψευδαισθήσεις παρά να προσθέτει αλήθειες. Τα αντίθετα, σε επίπεδο ποιητικής, είναι απολύτως ίδια. Το νέο όμως καθίσταται άλλο.

Η ποιητική συναρμογή (για την οποία γίνεται εκτενέστερα λόγος σε παλαιότερο δοκίμιο) έχει τη σημασία της όταν δεν είναι κάτι απτό,  αμιγώς τεχνικού ενδιαφέροντος. Η ποίηση αποτελείται από τα απαραχώρητα του περιεχομένου, όχι από τεχνικές˙ μολονότι οι τεχνικές είναι πάντα παρούσες, μα είναι σκιές.

Ο εικοστός αιώνας, και οι απαρχές του εικοστού πρώτου, αποκάλυψαν πόσο καταδικασμένη είναι η ποίηση και η κριτική οι οποίες εξαναγκάζονται μία συγκεκριμένη επανάληψη παραδόξου, στη βάση της επανάληψης κάθε προηγούμενης μη-επαναληπτικότητας.
 
Κι όμως, η έγνοια και η μύχια ενασχόληση με την πρωτοπορία (βλ. πρωτοπορία, όπου δεν υφίσταται επιζήτηση της αυθεντικότητας, διότι προϋφίσταται η αυθεντικότητα), είναι αναγκαίο κακό: όσο δεν καταφέρνουν να κατευνάσουν την αισθητική, το περιεχόμενό της, παραμένουν στον διαρκή «κίνδυνο» της αμφισβήτησης των δικών τους όρων και  αλληλεξαρτήσεων˙ μα πάνω απ' όλα, εισπράττουν σιωπηρά την πνευματική ένδεια που εκφράζει η λύσσα η οποία τις διακατέχει, εξίσου για την απόκτησή της, όσο και για τον περιορισμό της.
 
Υπάρχουμε μέσα στο αρχικό κείμενο μόνο σαν δημιουργούμε ανεξάντλητα το αρχικό κείμενο. Το μοναδικό πρωτότυπο. Οι, πιστωμένες ή όχι, αναγνώσεις του αρχικού, (διότι και η δημιουργία ενός ποιήματος είναι σημασιολογικώς ανάγνωση) δίχως την αναδημιουργία του, προσδίδουν στην ανάγνωση έναν χαρακτήρα φυσιογνωμικής υπενθύμισης. Ετούτη είναι και η διάκριση ανάμεσα στο κατατεθέν άναρθρο και το ποιητικό έναρθρο.

Υπάρχει άραγε κάποια από τις νεότερες υποθέσεις ή θεωρήσεις, η οποία να έχει διευρύνει πραγματικά τη λογοτεχνία; Με εξαίρεση τις απαρχές του μεταμοντερνισμού (έως τις αρχές της δεκαετίας του '60), όταν αυτός αμφέβαλλε ουσιαστικά πριν προβεί στην κατανόηση της αυτονόμησής του. Οι γνωστοί «ποιητικοί πειραματισμοί» αποβαίνουν λίαν χαρισματικοί, υπερπλήρεις και επιτυχείς, εφόσον εντάσσονται σε αγελαίες εκκρεμότητες. Το πείραμα όμως, είναι η εκμηδένιση της συνείδησης. Η αποποίηση της συνείδησης. Όλα τα υπόλοιπα είναι δύστυχη ιδεολογία.

Η ποίηση είναι άλλη από την ιδεολογία. Διότι η δεύτερη δεν συνιστά, περιορισμένα, μόνο την άσκηση εξουσίας ή τον αγώνα κατάληψης αυτής. Η ιδεολογία, είναι πρωτίστως η επιβολή κοινών βάσεων και αντικειμένων με απώτερο σκοπό τον περιορισμό του πνεύματος και την επιβολή ενός λειψού διαλόγου, ο οποίος αναπτύσσεται μόνον αναφορικά με αυτά.

Με την ιδεολογία ο άνθρωπος εκφέρει μία μονομερή ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια (αφού η ιδεολογία εξυφαίνεται εκ του ατομικού σχετικισμού), σε αντιδιαστολή με την ποίηση, όπου ο άνθρωπος εκφέρει Λόγο, δηλαδή αναδιαμορφώνει το αισθητό, το υπεραισθητό, καθώς και τον μερισμό τους. Κάθε φορά που η ιδεολογία υπεισέρχεται, η ποίηση παύει να δημιουργείται και απλώς διαπραγματεύεται.

Ο νέος ποιητής, και εξίσου το νέο ποίημα, αποτελεί ανωφέλεια γιατί δεν συμμετέχει, αντιθέτως καινοτομεί, αμφισβητεί την εγκυρότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο και υπό το ίδιο ακριβώς σκεπτικό, η ασφαλής, νοσταλγική ομορφιά που εξακολουθεί να σαγηνεύει τόσο τις μάζες όσο και την «ποιητική πρωτοπορία», είναι στην πραγματικότητα σκοταδισμός.


γ.

Οταν υποστηρίζω ότι στις μέρες μας η ποίηση σπανίζει, υποστηρίζω συνάμα πως η ποίηση των περισσοτέρων δεν μπορεί να συνδεθεί με την προοπτική της, διότι δεν έχει αυτονομηθεί από την προσωποποιημένη, ανυπόφορή της, καταγωγή. Αυτή η ποίηση ανήκει, σε βαθμό που έχει μεταβληθεί σε κτήμα ες αεί. Εχει πάψει να είναι ποίηση, αποτελεί τραυματισμένο ανδρείκελο. Εν τη γενέσει της πριμοδοτείται και προστατεύεται. Επιείκεια στην αναστολή της δράσης.
 
Σαρκασμός αναγνωρίσιμος και αποδεκτός μόνο σαν βρίσκεται τυλιγμένος με τα σπάργανα κάποιας γνώριμης αίρεσης. Ενας μυστηριασμός στέρεα καρφωμένος στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα των κερδοσκοπικών συλλογισμών. Ο σαρκασμός αυτός, δηλαδή, είναι τόσο εγγυημένος που έχει πετύχει στο απόλυτο τον σκοπό του˙  είναι αυτό που εξαρχής ήθελε να γίνει: ένας επιτυχημένος ποιητικός σαρκασμός που δεν υπόκειται ο ίδιος σε σαρκασμό. Δεν κατάλαβε ούτε και πρόκειται να καταλάβει ποτέ την προκατειλημμένη φύση του είναι του.

Η άδεικτη ορμή που ασφυκτιά μέσα στο κεφάλι του ποιητή γίνεται ποίηση εφόσον ο ποιητής αποδέχεται όλες τις επιπτώσεις της απελευθέρωσης αυτής της ορμής. Σε ολική αντιδιαστολή με τον λογοτεχνικό «νόμο» που υποστηρίζει πως άπαντες υπόκεινται σε βασίλειο ερειδόμενης μνήμης, λέω πως με τον νέο ποιητή συμβαίνει, πλέον, κάθε άλλο παρά αυτό. Ο ποιητής δέχεται μνήμη από το μέλλον, δεν έχει συγκεκριμένη προσωπικότητα, δεν απολλύει και δεν θεραπεύεται.

Η νέα ποίηση, αυτή η ολιγο-ελάχιστη, ανεξάρτητα από το ύφος της, έχει παραμερίσει το πιο ανούσιο κήρυγμα: τις πολύκροτες «υπαρξιακές αγωνίες». Κάθε λέξη, κάθε στίχος, όπως και κάθε στιγμή του ποιητή αποτελούν διαφυγόντα έρματα

Οι εκλεκτικές ή όχι, εξορμήσεις στο αθροιστικό πεδίο της φάρσας των εξαλείψεων και των μορφών, είναι σήμερα όλες τους αποδεκτές και επιβραβεύσιμες, υπό έναν απαράβατο όρο: να παρουσιάζουν μία αποδεκτή μορφή στιλιστικής «μεταμόρφωσης». Ωστε να μην εγείρονται οι (κατ' άλλους περιζήτητοι) κίνδυνοι, οι οποίοι ελλοχεύουν στο κενό που διαποτίζει το γραμμένο κείμενο και την πραγματικότητα. Τα πάντα γράφονται και αναλύονται με βάση τις αναλύσεις όσων είναι. Μα ποτέ όσων δεν είναι. Οι γνώριμες κατακόμβες του προοδευτισμού. Το καινούργιο συναρπαστικό παράδοξο του οποίου η θέση είναι ήδη κρατημένη. Η εμφάνιση και η εισαγωγή του είναι προσφιλώς αναμενόμενη. Ιδρυματισμός. Με τόσο λίπος πέρασαν στην αναισθητοποίηση. Επόμενο βήμα η ταρίχευση.


Απόσπασμα από τον υπό έκδοση τόμο δοκιμιών και σημειωμάτων ποίησης, «Ανάπτυγμα», Κουκούτσι 2015

 

yannislivadas@gmail.com

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://livadaspoetry.blogspot.fr





      front page | identity | contact | links | past issues | ελληνικά
Copyright © 2006 e-poema.eu - Terms of Use
Developed by WeC.O.M.