αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Maurice Blanchot : Samuel Beckett
Η ατέρμονη φλυαρία της σιωπής
Βασιλική Τσούκα




Ανέκαθεν το θέμα της γλώσσας υπήρξε μείζονος σημασίας στους κύκλους της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Από τα σοφίσματα των σοφιστών φιλοσόφων, τον Σωκράτη, τον Αριστοτέλη έως την αποδόμηση, τον Wittgenstein, τον Saussure και τους στρουκτουραλιστές φιλοσόφους που συνέχισαν και εξέλιξαν τη θεωρία των σημείων, η γλώσσα πάντα υπήρξε το κέντρο του ενδιαφέροντος. Οι όποιες θέσεις, απόψεις και σκέψεις γύρω από τη γλώσσα διαχύθηκαν στη λογοτεχνία συμβάλλοντας είτε στη μορφή είτε στο περιεχόμενο. 

Με τον καιρό, θεωρίες όπως εκείνη του Θανάτου του συγγραφέα του Roland Barthes είτε η φροϋδική θεωρία περί ασυνειδήτου πέρασαν στην κοινή αντίληψη, εντυπώθηκαν πλήρως και σχεδόν αποτελούν πλέον ένα πολυφορεμένο μεταμοντέρνο μοντέλο γραφής που αγγίζει ορισμένες φορές, αν όχι αρκετές, τα όρια της φλυαρίας χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο ή αιτία να συνοδεύει τις εν λόγω προσπάθειες. Αυτές οι περιρρέουσες «φλυαρίες» που μας περιβάλλουν, συγκρατούν στην εσωτερικότητά τους τα στοιχεία εκείνα που άτυπα πολεμούν, στοιχεία που συναποτελούν τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο όπως έχει γαλουχηθεί από την περίοδο της Αναγέννησης μέχρι σήμερα.

Σε εκλάμψεις, όμως, στιγμών του χρόνου εμφανίστηκαν εκείνοι που εν τω μέσω δημιούργησαν ενδεχομενικά, φιλτράροντας και διακρίνοντας κάθε υπό-κείμενο, καθιστώντας έτσι φανερή αυτή την ιδιαίτερη, υπό -του κειμένου- φύση των λογοτεχνικών και θεατρικών χαρακτήρων τους, φέρνοντας στο φως και αναδιπλώνοντας το μέσον τους, τη γλώσσα, χωρίς όμως να χάσουν λεπτό από την πλούσια πλέξη του λόγου τους. Ο Blanchot και ο Beckett υπήρξαν δύο φιλόσοφοι-συγγραφείς που από τη δική τους κειμενική πλευρά ο καθένας δεν κατατάχθηκαν ποτέ σε κανένα είδος, παρά μόνο ελάχιστα και αυτό πάντα με αμφιβολία, ενώ, σαν σε πείσμα του περιθωριακού τους περιβλήματος, πρόσθεσαν και εξέλιξαν την τέχνη της γραφής. Και οι δύο δημιούργησαν έργα υψηλού επιπέδου, τα οποία μέσα από την περίπλοκη μα διαφανή γεωγραφία τους, στοχάζονταν πάνω στο θέμα της γλώσσας, ενώ παράλληλα η κειμενική εμπειρία και η δράση απωθούνταν σε έναν χαοτικό κύκλο άνευ σημασίας.

Κάνουμε λόγο για μια εξωτερικότητα της γραφής, της γλώσσας που μέσα από τη λογοτεχνική και θεατρική παραγωγή βρίσκει την αφορμή να φανερωθεί και να απλωθεί στο διηνεκές, εκεί που ουσιαστικά ανήκει. Η εξουσιαστική μονομανία της αναπαράστασης του ανθρώπου κατακερματίζεται και σχεδόν λίγο πριν διαλυθεί επανέρχεται για μερικά δευτερόλεπτα, εμφιλοχωρώντας στα κενά ανάμεσα από τις λέξεις. Το «Εγώ» της γλώσσας, αυτό το ένα και μοναδικό που κάποτε βέβαιο για την πρωτοκαθεδρία του, τώρα διαλύεται σε ένα «Εγώ» μίας γλώσσας που δεν ξέρει από πού να πιαστεί για να πλάσει συνείδηση και συνέχεια. Ο Λόγος και των δύο συγγραφέων είναι ένα ατελείωτο κείμενο που δεν φλυαρεί απλώς, αλλά κοιτάζει πάντα προς τα έξω με μία εσωστρέφεια, μία τέτοια ατελείωτη, εξόφθαλμη φλυαρία που μας εισάγει «στην εξαφάνιση του υποκειμένου, εκεί που το είναι της γλώσσας παρουσιάζεται», όπως σχολιάζει ο Foucault στο βιβλίο του Ο στοχασμός του έξω. Εκεί στο κεφάλαιο του, «Η εμπειρία του έξω» αναφέρεται σε όλους εκείνους τους γεννήτορες της σιωπής που μέσα της ακατάπαυστα χάθηκαν για να χάσουν όλες τις παραδεδομένες συμβάσεις του Λόγου και με τρόπο σχεδόν ανίερο διέπραξαν τη διαφάνεια της ουσίας και ανάγκης του ανθρώπινου λόγου. Να μονολογεί χωρίς την ουσιαστική παράσταση και παρουσία του όντος.

Οντας απών από τη σκέψη, δυνάμενος να γίνει ο ίδιος σκέψη, ο Blanchοt συγγραφέας, μα κυρίως φιλόσοφος, δημιουργεί κείμενα που μεταπλάθουν την εξωτερικότητα σε ενδιάμεση γεωγραφία, διαπλάθει σώματα χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ούτε στόχους, που κατευθύνονται προς ένα κενό «όπου οι λέξεις εκτυλίσσονται επ' αόριστον» όπως αναφέρει και πάλι ο Foucault. Οι ήρωες του δεν έχουν υπόσταση, οι διάλογοι του δεν είναι στιχομυθίες ερωταπαντήσεων μήτε δέχονται μήτε αρνούνται, οι χώροι/τόποι είναι διάκενα, δεν υφίσταται αρχή, μέση, τέλος ούτε καθαρή δράση. Ολα τέμνουν τον τρίτο όρο, την ενδεχομενικότητα που εισβάλλει σιωπηλά και σιωπηλά μας αυτοσυστήνεται. Κάπου εκεί υφαίνει και μια γλώσσα απαράμιλλης ποιητικότητας που έχει αρχίσει, ήδη άρχισε, για να τελειώσει και μόλις πριν, επιστρέφει και πάλι στην αρχή. Ο,τι περιγράφει ο Blanchot στα αφηγήματά του παραμένουν κοινότοπες ιστορίες που θα μπορούσαν να μην ειπωθούν ποτέ αλλά έχουν ήδη ειπωθεί πάντα από κάποιον σε ένα πριν και σε ένα μετά και παραμένουν σε ένα σημείο λίγο πριν. Σαν να πρέπει να συμβούν, σαν να επρόκειτο να συμβούν. Στο «Θωμάς ο σκοτεινός», το πρώτο βιβλίο του, παρουσιάζεται ένας χαρακτήρας, ο Θωμάς χωρίς πρόσωπο, χωρίς ιστορία, δεν γνωρίζουμε τίποτα γι' αυτόν από το παρελθόν του (...παρέμενε, σε όλες τις περιστάσεις, ανώνυμος και στερημένος ιστορίας), ενώ η γλώσσα φέρει μέσα της τα ψήγματα της αφορμής της. Ολο το βιβλίο διαπνέεται από την αίσθηση μίας εισαγωγής και παραμονής στην ατέλειωτη νύχτα παρ' όλο που οι σελίδες είναι γεμάτες από το φωτεινό παράδειγμα των λέξεων. Οι φράσεις θέλουν κάτι να πουν, αλλά δεν το λένε. Ο Θωμάς αποτελεί έτσι ένα σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο περιστρέφεται ο Λόγος, χωρίς όμως δικά του προφανή σημεία αναφοράς από τα οποία μπορούμε να πιαστούμε για να τον φανταστούμε, να τον πλάσουμε, να τον αγαπήσουμε, ή να τον μισήσουμε, να τον συμπονέσουμε. Η γλώσσα είναι σκοτεινή επειδή λέει πάρα πολλά, αδιαφανής επειδή δεν λέει τίποτα. Το διφορούμενο είναι παντού.

Το διφορούμενο αυτό που καταλήγει στην έννοια του oυδέτερου, εγκολπώνεται στο βιβλίο Αυτός που δεν με συντρόφευε. Ακατανόμαστος εκείνος που δεν συντροφεύει ποιον ή ποια; Περιχαράσσεται έτσι ο συγγραφέας σε ένα κλειστό κέντρο όπου όλα είναι γραφή και τίποτα δεν είναι γραφή για να καταδείξει τις δυσκολίες στην επικοινωνία αφ' ης στιγμής υφίσταται ο λόγος. Πώς να μιλήσει κανείς απευθείας στον άλλο; Πώς να ζυγιστούν οι λέξεις; «Οφείλω να παρατηρήσω ότι μπορεί μεν να μιλούσε σπανίως για τον εαυτό του αλλά έδινε όσο το δυνατόν περισσότερο την εντύπωση ότι παραμελούσε τον συνομιλητή του». Πώς να διαφύγουμε από το «Εγω» που εφησυχάζεται στη συνειδησιακή ροή της αναπαράστασης του κόσμου; «Ηξερα αλλά δεν το ήξερα επακριβώς, ήλπιζα πως η αναγκαιότητα του να λέω «Εγω» θα μου επέτρεπε να ελέγχω καλύτερα τις σχέσεις μου με αυτόν τον αντικατοπτρισμό». Στο τέλος, ό Blanchot θα αποφανθεί: «Fais  en sorte que je puisse te parler» (Kάνε έτσι ώστε να μπορούσα να σου μιλήσω).

Ο Βlanchot γνωρίζει πως οι λέξεις είναι σημεία θανάτου, ουδεμία σχέση έχουν με αυτό που ονομάζουν και ποτέ δεν εκφράζουν την ιδιαιτερότητα της ύπαρξης. Την καθαρή εμπειρία της ύπαρξης μέσα στο απόλυτο φυσικό είναι της, πριν τη γλώσσα και πέρα από τη γλώσσα σε μία σιωπή που αποτελεί την κορυφογραμμή της ανωνυμίας και την πολυπλοκότητα των εσωτερικών διεργασιών του όντος. Μιλάει για τον θάνατο και το δικαίωμα σε αυτόν, γνωρίζοντας και τονίζοντας τη διαστροφή του συγγραφέα που επιθυμεί διακαώς να γράψει ενώ δεν μπορεί ή δεν πρέπει, οι λέξεις, όμως τον έλκουν ακατάπαυστα. «Διάζευξη κανόνων ανελέητα εχθρικών», θα γράψει κάποια στιγμή. «Η μια (φωνή) του λέει: Δεν θα γράψεις, θα παραμείνεις μηδέν, θα τηρείς σιωπή, θα αγνοείς τις λέξεις. Η άλλη: Δεν γνωρίζεις τίποτα άλλο από τις λέξεις».

Ο θάνατος εδώ μηρυκάζει την αμετροέπεια. Οχι εκείνος  που ισοδυναμεί με την έννοια της νύχτας όπως την εννοούσαν οι Ρομαντικοί, όχι το σύμβολο «νύχτα» αλλά η κατάργηση του μυθοποιημένου συγγραφέα-δημιουργού. Η γραφή ευθύνεται εν μέρει για την πλήρη ανωνυμία μας, για εκείνον τον τόπο που εισερχόμαστε καθημερινά και ποτέ μα ποτέ δεν είμαστε εμείς. Είναι η καταστροφή της ύπαρξης μας ως μοναδικού θαύματος, είναι η «καταστροφή κάθε φωνής, κάθε προέλευσης». Και ακριβώς επειδή είναι η αυτοστιγμεί καταστροφή των προελεύσεων της, κάθε κείμενο φέρει μέσα του πολλές φωνές, άπειρες προ-υπάρχουσες εγγεγραμμένες σε χρόνο παρελθόντα. Είναι η εισαγωγή στη νύχτα, στον «διπλό θάνατο». Αυτός ο θάνατος εξαγγέλλει  την αποστασιοποίηση από κάθε πληθυντικό και την επανατοποθέτηση του όντος ως μοναδικού στον κόσμο ως έχει  και όχι όπως μας τον δίδαξαν. Για να το ακολουθήσουμε απαιτεί «χρόνια πολλά και υπομονή, μα τουλάχιστον μας δείχνει καθαρά από που πρέπει να ξεκινήσουμε.» Να μην έχουμε σαν αρχή αυτόν τον τόσο ανελέητα οριοθετημένο κόσμο για τον οποίο κάνουμε λόγο. Μέσα από μία κατάσταση ενδελέχειας του αενάως αυτοπροσδιοριζόμενου «Εγώ» που δεν προσπίπτει σε καμία εσωστρέφεια προς τη γλώσσα με κατεύθυνση και προορισμό μία γλώσσα που προσεγγίζει τα πράγματα χωρίς να τα τοποθετεί επαρκώς και πλήρως.

Οι δύο αυτοί συγγραφείς, κάποτε συναντήθηκαν. Οχι δια ζώσης. O ένας Γάλλος, ο άλλος Ιρλανδός. Ο Blanchot έγραψε για τον Beckett, πιθανώς γιατί ενέσκηψε στη διάνοιά του μία συνάφεια και μία οικειότητα μεταξύ τους. Μία κατεύθυνση κοινή, δονούμενη η κάθε μία από την άλλη πλευρά του νομίσματος.

Στο βιβλίο του The book to come (αγγλική μετάφραση) ο Blanchot παραθέτει ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στον Beckett με τον τίτλο "Where now? Who now?". H πρώτη ερώτηση που θέτει είναι «Ποιος μιλάει στα βιβλία του Beckett;» Ποιο είναι αυτό το πολύλογο «Εγώ» που μέσα στην κυκλική δομή του κειμένου χάνει το κέντρο του; Αυτή η αιώνια επιστροφή στην αρχή και πάλι από το τέλος στην αρχή είναι αρκετά γνώριμη στα έργα του Beckett. O Μόλου στο ομότιτλο βιβλίο αφηγείται την ιστορία του, πως δηλαδή μέσα από τα διάφορα επεισόδια που συνάντησε στον δρόμο του προσπάθησε να συναντήσει τη μητέρα του. Ομως ο ίδιος ξεκινάει την αφήγηση (και η αφήγηση του βιβλίου ξεκινάει) με τη φράση: «Είμαι στο δωμάτιο της μάνας μου. Εγώ μένω τώρα σε αυτό. Δεν ξέρω πώς έφτασα ώς εδώ». Καμία δικαιολογία για τίποτα. Ο Μολλόυ αφηγείται ακατάπαυστα στις επόμενες σελίδες την ιστορία του, ένα πλέγμα από αφηγήσεις που η μία μπαίνει μέσα στην άλλη και ο στόχος χάνεται και ολοένα επανέρχεται. Αυτός ο ασαφής στόχος (ψάχνει να βρει τη μητέρα του που πεθαίνει ή που έχει πεθάνει;) γίνεται ο ίδιος ο στόχος του βιβλίου με κατάληξη ο Μολλου να μην καταφέρει ποτέ να μας πει αυτό που θέλει. Οπως ο Μολλου έτσι και ο Μαλόν, το δεύτερο βιβλίο από την τριλογία Μολλόυ, ο Μαλόν πεθαίνει, Ακατανόμαστος είναι ένα πρόσωπο, μία φιγούρα με ένα όνομα που λέει ιστορίες, μόνο που αυτή τη φορά το καθιστά αρκετά εμφανές. Μας πληροφορεί εξαρχής ότι θα μας πει ιστορίες. Εδώ η σωματικότητα μετατρέπεται σε ένα ακατέργαστο κομμάτι του βιβλίου, ο Μαλόν πεθαίνει, βρίσκεται σε ένα κρεβάτι απ' όπου μας αφηγείται τις ιστορίες του. Η αντιπαραβολή είναι εμφανής. Αμετακίνητος, ανήμπορος γεμίζει τα κενά του χρόνου με λέξεις, αενάως και ακατάπαυστα. Για να γεμίσει το κενό του χρόνου και πάλι από την αρχή. Για να γεμίσει το κενό γύρω από τις λέξεις, πριν από τις λέξεις και πάλι από την αρχή. Μέσα στην ακατάσχετη αυτή φλυαρία σιωπά γιατί δεν λέει τίποτα επί της ουσίας. Είναι ακόμη ένας χαρακτήρας, ακόμη μία αφορμή για τον Beckett για να αφηγηθεί αυτή την ιδιαιτερότητα. Οτι η γλώσσα ομιλεί. Και αν μιλάμε εμείς, μέσα στην απόλυτη έπαρση της υποτιθέμενης αυθεντίας του λόγου μας και πάλι η γλώσσα ομιλεί. Γι' αυτό και το γνωρίζει, γι' αυτό και δεν μας αφηγείται κάτι που δεν έχουμε ακούσει ξανά ή διαβάσει ξανά. Ηδη στον Μολλόυ απολογείται: «Kι έτσι λοιπόν είμαι και πάλι, δε θα πω μόνος, όχι, δεν είναι στον εαυτό μου, αλλά να, πώς να το πω, δεν ξέρω, πίσω στον εαυτό μου, όχι. Από τον εαυτό μου δεν έφυγα ποτέ, ελεύθερος, ναι, δεν ξέρω τι θα πει αυτό, αλλά αυτή τη λέξη θέλω να χρησιμοποιήσω, ελεύθερος να κάνω τι, να μην κάνω τίποτα, να ξέρω, τι όμως, τους νόμους του πνεύματος ίσως, του δικού μου του πνεύματος, ότι η στάθμη λόγου χάρη του νερού ανεβαίνει αναλόγως με το πόσο πηγαίνεις στο φούντο και πως θα 'κανες καλύτερα, ή έστω χειρότερα, να εξαλείφεις τα κείμενα αντί να μουντζουρώνεις τα περιθώρια, να βουλώνεις τις τρύπες των λέξεων μέχρις ότου γίνουν όλα επίπεδα και λεία, και όλη η μαλακία φανεί αυτό που πράγματι είναι, μια τρισάθλια ηλιθιότητα χωρίς νόημα και χωρίς λόγο».

Στον Ακατανόμαστο είναι πλέον σαφής. Αυτός που μιλάει δεν έχει όνομα, δεν έχει ιδιότητα. Δεν είναι κανείς και ταυτόχρονα θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Μέχρι τον Μαλόν η ισορροπία του κόσμου συγκρατιόταν στην απόληξη ενός χαρακτήρα με ένα μοναδικό συστατικό αντίστοιχο της αναπαράστασης. Ενα όνομα. Στον Ακατανόμαστο είμαστε πλέον στον χώρο του Θανάτου. Αυτό το «Εγώ» δεν πολυλογεί απλώς, αλλά υπερβαίνει κάθε όριο. Διαπερνάει το ανύπαρκτό σώμα και αυθύπαρκτο ομιλεί. Αποκομμένο από κάθε μορφής ιδιότητα που θα μπορούσε να φέρει αυτός ο Ακατανόμαστος λάμπει δια της παρουσίας του και δια της μηδενικής σιγής του. Και εδώ επιστρέφουμε για μια ακόμη φορά στον Roland Barthes που θα αποφανθεί πως «η γραφή είναι η καταστροφή κάθε φωνής, κάθε προέλευσης είναι αυτό το ουδέτερο, το πλάγιο αυτό το μικτό όπου καταφεύγει το υποκείμενο μας, το ασπρόμαυρο όπου έρχεται και χάνεται η όποια ταυτότητα, ακόμη και η ταυτότητα του σώματος που γράφει». Ενα σώμα που γράφει και γράφοντας παύει να υπάρχει, ένα σώμα που δεν υπήρχε εξαρχής και αντικαθίσταται από την ομιλία που είναι ταυτόχρονα γραφή, ένα σώμα που έχει μορφοποιηθεί σε αράδες για να διαβαστεί και ένα σώμα που διαβάζει και παύει να υπάρχει. Ενα ανύπαρκτό σώμα.

Στο αριστουργηματικό μονόπρακτο Οχι εγώ, o Beckett τοποθετεί επί σκηνής ένα στόμα. Ενα στόμα που σαν πρωταγωνιστής λάμπει επί σκηνής. Ούτε χώρος ούτε χρόνος προσδιορισμένος από τον συγγραφέα, παρά μόνο μία απροσδιόριστη μαύρη φιγούρα στο κοινό που κοιτάζει προς το στόμα. Και το στόμα αρχίζει να μιλά. Για ένα κορίτσι ή είναι το ίδιο το κορίτσι που μιλά ή είναι το στόμα που μόνο του μιλάει ή είναι το στόμα του κοριτσιού που μιλάει ή είναι η σκέψη του κοριτσιού; «Οταν ξαφνικά συνειδητοποίησε... λέξεις ήταν... τι; ποιος;... όχι αυτή!... κατάλαβα... λέξεις που έρχονταν... φαντάσου!... έρχονταν λέξεις μία φωνή που δεν τη γνώριζε... στην αρχή... από τότε που αυτό είχε ηχήσει... τελικά έπρεπε να παραδεχτεί... πως δεν μπορούσε να είναι καμιά άλλη παρά η δική της... συγκεκριμένοι ήχοι από φωνήεντα!... δεν είχε ξανακούσει... πουθενά...». Ετσι που ο χρόνος περνάει και συστέλλεται και διαστέλλεται σε λίγες μόνο γραμμές για μία σκέψη πάνω στη σκέψη. Η προσπάθεια αναλώνεται στους πολλαπλούς ψιθύρους που διαβάζονται απνευστί, έτσι που τελειώνει και δεν έχεις συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που διάβασες ή άκουσες. Ο χρόνος που καθηλώνει και ο χρόνος που εις βάρος του πορευόμαστε χωρίς καμία ενδοσκόπηση.

Αλλά τι είναι αυτό που έχει καταστήσει τον Beckett έναν αγαπημένο συγγραφέα; Σαφώς όχι μόνον ο τρόπος που διαχειρίζεται τη μορφή της γλώσσας του και των κειμένων του. Οι χαρακτήρες του είναι θρυμματισμένα κομμάτια ψυχής που αγωνιούν σε έναν κόσμο χαοτικό. Είναι ο άνθρωπος που μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο έχασε κάθε ελπίδα για τον άνθρωπο και είναι η ελπίδα όμως που και πάλι ανακινεί αυτόν τον τραγελαφικό τόνο στα έργα του, εφάμιλλο της ζωής. Οι ψίθυροι ισορροπούν στο τεντωμένο σχοινί της σιωπής για να απομονώσουν τους χαρακτήρες που ήδη είναι μόνοι σε ένα περιβάλλον που δεν γνωρίζουν και δεν καταλαβαίνουν. Οι ψίθυροι που γίνονται κραυγές για να σιωπήσουν. Ολα τα συναισθήματα που πηγάζουν, χτυπούν στο τίποτα που προσομοιάζει με τη δυνατότητα ζωής. Μια ζωή που δεν έχει νόημα και ακριβώς επειδή δεν έχει νόημα πρέπει να εφεύρει ένα, ίσως πολλά. Θα κλείσω με μια φράση που δανείζομαι από τον Μολλόυ για να κλείσω και αυτό το κείμενο που επιθυμεί να σιωπήσει δια της ατέρμονης φλυαρίας. «Η αποκατάσταση της σιωπής είναι δουλειά των αντικειμένων...».

 





BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Μichel Foucault, Ο στοχασμός του έξω, Πλέθρον, 1998
-Maurice Blanchot, Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στο θάνατο, Futura, 2003
-Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας, Εξάντας-νήματα, 1994
-Roland Barthes, Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση, Πλέθρον, 2005
-Rolf Breuer, Η αναστοχαστικότητα στη λογοτεχνία, Futura, 2004
-Maurice Blanchot, Εκείνος που δεν με συντρόφευσε, Σμίλη, 2004
-Μaurice Blanchot, Θωμάς ο σκοτεινός, Σμίλη, 2004
-Samuel Beckett, Μονόπρακτα, Δωδώνη, 1990
-Samuel Beckett, Μολλόυ, Υψιλον, 2006
-Samuel Beckett, Ο Μαλόν πεθαίνει, Υψιλον, 2005
-Samuel Beckett, Ο Ακατανόμαστος, Υψιλον, 1994

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.