αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Η άποψη του ποιητή: Τάσος Γαλάτης
Στράτος Κοσσιώρης




Ο ποιητής Τάσος Γαλάτης (ψευδώνυμο του Αναστασίου Αρ. Παπαδόπουλου) γεννήθηκε το 1937 στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, ωστόσο κατάγεται από τη Ζούρτσα της Ολυμπίας. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1962 με τη δημοσίευση των ποιημάτων του «Δάσος», «Τέμπη» και «Περιπέτεια» στο περιοδικό Πανσπουδαστική (τ/ 37-38).

Εχει εκδόσει μέχρι στιγμής τις ποιητικές συλλογές «Μυθολογία του δάσους» (1962), «Τα Παροράματα» (1968), «Τα Χαράγματα» (1986), «Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες» (2005, Κρατικό Βραβείο Ποίησης), «Ο Σημειωμένος» (2005), «Το φως του κόσμου» (2013) και «Νυχτερινή Οξυγραφία» (2013). Επίσης, ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά από τον ποιητή George Thaniel και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό The Amaranth, στο Τορόντο του Καναδά. Οσον αφορά άλλες φιλολογικές εργασίες του, στο βιβλιογραφικό σώμα του περιλαμβάνονται διδακτικά δοκίμια γύρω από τους Σεφέρη, Σινόπουλο, Σοφοκλή και Σόλωνα, δημοσιευμένα στις συλλογικές εκδόσεις «Η διδασκαλία στα κείμενα και στη γλώσσα» (τ. Α', 1983 και τ. Β', 1984).

H ποίησή του, σε γενικές γραμμές, έχει αυτοβιογραφικό υπόστρωμα, με διάσπαρτες μαρτυρίες που υπομνηματίζουν το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Ανήκει στη λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, μολονότι αμυδρά μόνο παρακολουθεί τη γενική γραμμή των περισσοτέρων από αυτούς τους ποιητές. Ετσι, κι ενώ ο Γαλάτης στις δυο πρώτες συλλογές του ακολουθεί τους ασαφείς δρόμους του υπερρεαλισμού, κομβικό σημείο κατά τη γνώμη μου, στην ποιητική του πορεία, συνιστά η έκδοση της συλλογής «Τα Χαράγματα». Στη συλλογή αυτή, όπως και σε αυτή που ακολούθησε μετά 19 ολόκληρα χρόνια, τους «Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες», αφήνεται με εμπιστοσύνη σε μια αφήγηση που ταιριάζει απόλυτα στον ψυχισμό του. Το στοιχείο που κυριαρχεί είναι η ανάμνηση, η πατρική γη, τα συγγενικά πρόσωπα. Η ποιότητα του στίχου και η αφοπλιστική του ειλικρίνεια αποδεικνύουν πως δεν υπάρχει τίποτα πιο μοντέρνο στην τέχνη από το αληθινό.
Ειδικά για τους «Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες», το οποίο θεωρώ ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, ο Γαλάτης αξιοποιεί όλα τα πλεονεκτήματα του αφηγηματικού, πεζολογικού ύφους. Αντλεί τα θέματά του κυρίως από το σύμπαν της καθημερινότητας και εστιάζει πολλές φορές στην παρατήρηση φαινομενικά ασήμαντων καταστάσεων, όπως π.χ στο κουφάρι μιας χρυσόμυγας που κείτεται στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας (στην ενότητα Ο Βίσβιζας). Ενας μελαγχολικός στοχασμός διαπνέει το συγκεκριμένο βιβλίο κι ενίοτε ένα ύφος πικρά ιλαρό... Οι τρομαγμένες χελώνες που θα συναντήσει σ' έναν περίπατό του στις πλαγιές του Υμηττού, οι σταφιδιασμένες πόρνες της οδού Αριστοτέλους, μια συνηθισμένη επίσκεψη στον οδοντίατρο, αποτελούν ανεπαίσθητες αφορμές που εκκινούν μια βαθιά φιλοσοφική θέαση του κόσμου.

Στο αμέσως επόμενο βιβλίο του τον «Σημειωμένο» που εκδόθηκε λίγους μήνες μετά τους «Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες», η αρχαιογνωσία του Γαλάτη που αναδύεται σε όλο το ποιητικό του έργο, στον «Σημειωμένο» αναδυκνύεται στην ωριμότητά της. Το νήμα της αφήγησης ξετυλίγει η ανάπλαση του οιδιπόδειου μύθου. Στο σημαντικό αυτό βιβλίο, ακούμε καθαρά το στοχαστικό βάθος στη φωνή του ποιητή. Το κεντρικό μοτίβο στον «Σημειωμένο» δεν είναι άλλο από τη διαχρονική «ήττα» του ανθρώπου από δυνάμεις αρχέγονες. Το προδιαγεγραμμένο έτσι συνιστά τη βασική κινητήρια δύναμη που επιδρά δια βίου στον άνθρωπο και που είναι πέρα από τις υπαρξιακές αγωνίες και τα πάθη του.

Ο Τάσος Γαλάτης διακονεί το σύντομο ποίημα. Τα τελευταία του βιβλία διαθέτουν το μεγάλο προσόν της σαφήνειας στην έκφραση. Απολαμβάνουμε την καθαρότητα, την αμεσότητα, τις εικόνες και τα νοήματά τους. Ειδικά, τη λογική αλληλουχία των νοημάτων και των αισθημάτων που εκφράζει ο ποιητής.





Θυμάστε πότε πήρατε για πρώτη φορά την απόφαση ότι θα αφοσιωθείτε στην ποίηση;

Περισσότερο από τις ατομικές μας επιλογές, τις αποφάσεις μας υπαγορεύουν κυρίως οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, στο πλαίσιο των οποίων διαμορφώνεται η προσωπικότητά μας και καθορίζεται η πορεία του βίου μας. Προτιμώ λοιπόν να μιλήσω για μια άνωθεν εντολή που μου δόθηκε εγκαίρως, ίσως στα πιο βαθιά παιδικά μου χρόνια και με αυτή πορεύτηκα, πασχίζοντας να την υπηρετήσω πιστά. Δέχτηκα ευχαρίστως αυτή τη δουλεία, μολονότι δεν μπορώ να πω εάν υπήρξα ένας καλός ή κακός δούλος.


Ποιοι ποιητές επηρέασαν το συγγραφικό σας έργο, και ποιοι είναι αυτοί που σας επηρέασαν μεν ψυχικά, ωστόσο δεν έπαιξαν ρόλο στο προσωπικό σας ύφος;
 
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας, λέει κάπου στα «κρυφά ποιήματα» ο Σεφέρης. Το ίδιο ισχύει και για τα δικά μου στιχουργήματα. Από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ή τον Διονύσιο Σολωμό, τον Καβάφη και τον Σικελιανό, πολλές φωνές με πλάνεψαν και συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του δικού μου ιδιώματος -εάν βέβαια διαθέτω κάτι παρόμοιο- και όχι μόνο μείζονες, πολλοί ελάσσονες, όπως ονομάζονται, έχουν καλλιεργήσει την ευαισθησία μου. Στην εφηβεία μου πολύ αγάπησα τον ποιητή Ιωάννη Γρυπάρη και εξακολουθώ να θαυμάζω την τελειότητα του στίχου του, και είναι αυτό που μου δίδαξε εγκαίρως με τη «Σάτιρά» του ότι:
Η τέχνη τα κοινά στοιχεία κορφολογά
Κι απ' τ' άνθη των πραγμάτων
Το τρίδιπλο τρυγά το απόσπασμά των
.


Ποιους ζωγράφους θαυμάζετε;

Ο Turner για την παντοδυναμία του φωτός, όπως αποκαλύπτεται στους πίνακές του προαναγγέλοντας τον εμπρεσσιονισμό, ο Νορβηγός Munch που με καθηλώνει με τον αγωνιώδη εξπρεσσιονισμό του, ο Βαν Γκόγκ για τον ίδιο λόγο και άλλοι πολλοί παλαιότεροι η νεότεροι, έως το διάσημο ήδη ψηφιδωτό της Αμφίπολης με την απεγνωσμένη χειρονομία της Περσεφόνης. Ο μέγας Παρθένης και οι σπουδαίοι του ελλειπτικού μεσοπολέμου, με κορυφαίο τον μοναδικό Γεράσιμο Στέρη, η τοπογραφία των οποίων εξυψώνει σε σύμβολο την ελληνική φύση που τόσο βάναυσα κακοποιούν οι συμπατριώτες μας.


Η ποίηση μάς βοηθάει να ξεφύγουμε από τα προσωπικά μας προβλήματα; Σε μια συνέντευξή του ο Μίλτος Σαχτούρης αναφέρει πως ο ποιητής χρειάζεται να κάνει πένετε βήματα εκεί που ο άλλος άνθρωπος χρειάζεται μόνο ένα. Εσείς πώς τοποθετήστε σε αυτή την άποψη;

Μάλλον μας συμφιλιώνει με το πεπρωμένο μας. Μας παρηγορεί και μας βοηθάει να αντιμετωπίσουμε θετικά αυτά τα προβλήματα, ενισχύει την αισιοδοξία μας και μας προστατεύει από επικύνδινες παρορμίσεις και τυφλά πάθη. Οταν σιγοψυθιρίζω περπατώντας στο βάναυσο περιβάλλον της Αθήνας τους στίχους αγαπημένων ποιητών και παραδίνομαι στον ρυθμό τους, τους στίχους λ.χ. του Τάκη Σινόπουλου από τη «Ελένη» του:
Ουρανέ γεμάτε μαύρα
βαριά σταφύλια/ από την έπαρση του νέου καλοκαιριού!
Ενα ξημέρωμα έξοχο φωνάζει απ' τους αγρούς. Μια αυγή
που πνέει, σπορά χλωμών ονείρων

ή
για να σε ξεχωρίσω με τα μάτια μου
που καταχτήθηκαν πολύ, για να σ' αγγίξω
με των μαστών μου τους αιθέριους βράχους,
εσένα που γεννήθηκες από την κορυφαία φυλή
και μ' αγαπάς και με στοχάζεσαι
παντοτεινή να μείνω μες στο ποδοβολητό του χρόνου

ή
Η Ελένη εντούτοις δεν υπάρχει πια
μες στην εγκόσμια λύπη.
Υπάρχουν μόνο τα ποιήματα-
μια συλλογή από σπαραγμούς,
ένα θλιμμένο ουράνιο ρόδο.

Οταν λοιπόν περιμένοντας το λεωφορείο ή μετακινούμενος με αυτό θυμάμαι ξαφνικά κάποιο χορικό του Σοφοκλή:
«Ευδαίμονες οίσι κακών άγευστος ακών» (Ευτυχισμένοι όσοι δεν γνώρισαν συμφορές στον βίο τους)
ή αναδύεται μέσα μου η Εγκωμη του Σεφέρη:
κορίτσια ζύμωναν, καὶ ζύμη δὲν ἀγγίζαν
γυναῖκες γνέθανε, τ᾿ ἀδράχτια δὲ γυρίζαν
ἀρνιὰ ποτίζουνταν, κι ἡ γλώσσα τους στεκόταν.
Οταν με κυριαρχούν οι φωνές των αγαπημένων μου ποιητών τότε αντιμετωπίζω καλοδεχούμενα τα προσωπικά μου προβλήματα. Αγνοώ τη συνέντευξη του Σαχτούρη. Τι εννοεί;
 

Ο ποιητής εφευρίσκει το ποίημα, το ανακαλύπτει ή το ίδιο το ποίημα αποκαλύπτεται στον ποιητή;
 
Προηγείται πάντοτε το βίωμα και η συγκίνηση που πηγάζει από αυτό, ο ποιητής απλώς, εφευρίσκει ή ανακαλύπτει τους τρόπους για να εκφράσει τη συγκίνησή του, έτσι προκύπτει το ποίημα!


Υπάρχουν ποιήματα που τα είχατε αφήσει ημιτελή και τα επεξεργαστήκατε μετά από χρόνια;
 
Ασφαλώς και υπάρχουν και συχνά με πολιορκούν, ωστόσο τα αφήνω να υπάρχουν ημιτελή ή ακρωτηριασμένα. Ισως γι' αυτό να φταίει το γεγονός ότι οι ικανότητές μου δεν μου επιτρέπουν να μνειμηώσω τις συγκινήσεις που μου προκάλεσαν.
 
 
Θα θέλατε να γνωρίσετε κάποιον ποιητή που θαυμάζατε ή θαυμάζετε;
 
Ο θαυμασμός ποτέ δεν μου έλειψε και είχα μερικές γνωριμίες στη ζωή μου σημαντικές. Γενικά όμως αποφεύγω να γνωρίζω προσωπικότητες γιατί ξέρω ότι ακόμη και οι ιδιοφυείς και οι μεγαλοφυείς μπορεί να έχουν, και έχουν, πολλές αδυναμίες και μικροπρέπειες. Περιορίζομαι να θαυμάζω το έργο τους.
 

Η «ομορφιά» στην ποίηση και στην τέχνη γενικότερα, είναι μια έννοια άλλης τάξεως σε σχέση με την τρέχουσα σημασία της «ομορφιάς» στον καθημερινό λόγο;
 
Η ομορφιά στην ποίηση και την τέχνη ανήκει σε μιαν άλλη κατηγορία ανεξάρτητα από την αναφορά της στον καθημερινό λόγο. Υπάρχουν πολλές ομορφιές: η ομορφιά του τοπίου, η ομορφιά μιας γυναίκας η μιας ωραίας συντροφιάς, η ομορφιά του ταξιδιού και της περιπλάνησης. Ολες αυτές οι ομορφιές ωστόσο δεν στοιχειοθετούν την τέχνη, είναι παροδικές και εφήμερες ωστόσο είναι απολύτως αναγκαίες γιατί μας βοηθούν να ανακαλύψουμε τους δρόμους που οδηγούν στο κάλολος της αληθινής τέχνης. Ένα ρόδο ανθισμένο μας συναρπάζει, άλλης κατηγορίας όμως είναι το «ρόδο της μοίρας» του Σεφέρη.

Η καριέρα του φιλολόγου προέκυψε φυσικά για εσάς;
 
Ηταν μοιραίο να καταλήξω φιλόλογος - τα διαβάσματά μου, οι συγκινήσεις μου, οι ενατενίσεις μου δεν μου επέφεραν άλλη εκλογή.


Βγαίνετε συχνά από το σπίτι σας, η σας αρέσει να μένετε σπίτι;
 
Γενικά είμαι εξωστρεφής- όσο όμως κι αν με συγκινούν το απροσδόκητο και το καινούργιο που μου συμβαίνουν στις εξόδους μου πάντοτε θέλω να επιστρέφω στην αγκαλιά του σπιτιού μου και της βιβλιοθήκης μου.
 

Οταν βγαίνετε, έχετε κάποιο συγκεκριμένο στέκι που συναντιέστε με φίλους;
 
Κυρίως αγαπώ τις συντροφιές με καλούς φίλους σε διάφορα σπίτια. Τα στέκια μάλλον με απωθούν. Εναν καιρό σύχναζα σ' ένα στέκι στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων, στον κύκλο του Πλανόδιου και του Γιάννη Πατίλη. Τα τελευταία δέκα χρόνια ανεβαίνω συχνά στην Αγία Παρασκευή και συναντώ τον ποιητή Λουκά Κούσουλα μαζί με άλλους ομότεχνους. Είναι γλυκιά η σπατάλη του χρόνου με φίλους αγαπημένους.
 

Βλέπετε κινηματογράφο; Ποιες ταινίες έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη σας;
 
Ο κινηματογράφος είναι ο μεγάλος μου έρωτας, μεγαλύτερος και από το θέατρο που παρακολουθούσα κάποτε με ιδιαίτερη αφοσίωση όταν μεσουρανούσε ο Κάρολος Κουν ή το ζεύγος Μινωτή-Παξινού. Τα τελευταία χρόνια το αποφεύγω, δεν βρίσκω τίποτα σ' αυτό καινούργιο, οι σκηνοθέτες μού φαίνονται ανέμπνευστοι, συχνά κακόγουστοι, ατάλαντοι ή αγράμματοι. Πρόσφατα είδα μια παράσταση του έργου «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Ουίλιαμς. Το έργο είναι αρκετά νοσηρό, η ποιητική όμως τόλμη του Ουίλιαμς συμφιλιώνει τον θεατή με τα επί σκηνής δρώμενα. Ο σκηνοθέτης όμως κατόρθωσε να τα καταστήσει χυδαία με διάφορες σκηνοθετικές επινοήσεις και δάνεια κινηματογραφικά. Είναι η μόνιμη αρρώστια του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, οι σκηνοθέτες επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ΟΨΗ εις βάρος του λόγου. Θυμάμαι ακόμη με φρίκη μια παράσταση «Ηλέκτρας» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών όπου η ορχήστρα ήταν κατειλημμένη από τραπέζια, κάτω από τα οποία λούφαζε ο χορός υπό τους ήχους ρεμπέτικων ασμάτων. Τέτοια κατάντια! Ο κινηματογράφος αλήθεια, δεν παύει να μας καταπλήσσει με νέα συνεχώς επιτεύγματα, είναι η μεγάλη τέχνη της εποχής μας. Ωστόσο, πιστεύω ότι η κλασική του ωρίμανση τοποθετείται στην εικοσαετία 1960-1980 οπότε δημιούργησαν οι κορυφαίοι σκηνοθέτες του είδους, Ιταλοί ,Γάλλοι, Πολωνοί, Αμερικανοί, κ.λπ. Από τον παλαιότερο κινηματογράφο εξακολουθώ να θαυμάζω το «Θωρικτό Ποτέμκιν» του Άιζεσταϊν και τον «Πολίτη Κέην» του Ορσον Ουέλς. Από τον νεότερο πολιορκούν συνεχώς τη μνήμη μου το «Πέρσι στο Μαρίεμπαντ» του Ρενέ, το «Ζυλ και Τζιμ» του Τρυφώ, ο «Μεσάζων» του Λόουζι.
 
 
Βλέπετε τηλεόραση;
 
Δεν μπορώ να απορρίψω σαν μερικούς εστέτ την τηλεόραση, την ευλογημένη τηλεόραση όπως έλεγε ο μακαρίτης Γιώργος Ιωάννου. Είναι σπουδαία συντροφιά: πάντοτε βρίσκω κάποιο πρόγραμμα να παρακολουθήσω.
 
 
Εχετε υπολογιστή;
 
Θαυμάζω απεριόριστα τα τεχνικά επιτεύγματα, από οκνηρία όμως ή ανικανότητα. Να εκσυγχρονιστώ, δεν μπορώ να τα διευθετήσω. Ετσι δεν έχω υπολογιστή, μια τόσο σπουδαία κατάκτηση, η αβελτηρία μου όμως μ' εμποδίζει να συμφιλιωθώ μαζί της.
 
 
Εχετε κάνει λάθη στη ζωή σας;
 
Μα υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν κάνει λάθη στη ζωή τους; Ισως τα λάθη μας να είναι ευεργετικά στον βαθμό βέβαια που μας βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε τις δυνάμεις μας και να επιλέξουμε μια σωστότερη πορεία. Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια ατέλειωτη σειρά από λάθη συχνά καταστροφικά. Τι άλλο από λάθη δεν οδήγησαν την ανθρωπότητα στις εκατόμβες του 20ού αιώνα;
 
 
Εχετε πάθη;
 
Και βέβαια έχω πάθη, χωρίς αυτά θα ήμουν ένας νεκρός. Πολλά πάθη με ταλάνισαν, το μεγαλύτερο από αυτά, το πιο δαιμονικό είναι η λατρεία της ομορφιάς, το πιο ολέθριο πάθος. Ας θυμηθούμε τον Rilke: Γιατί η ομορφιά είναι ο πρώτος αναβαθμός του τρομερού και τη θαυμάζουμε μόνο γιατί δεν στέργει να μας καταστρέψει ή όπως λέει ο Yves Bonfoy: Celle qui detrui't l'etre la beaute... (αυτή που καταστρέφει το είναι, η Ομορφιά...).
 

Είναι όμως αυτή που αποθεώνει la orla:
 
Το αέτωμα της Ολυμπίας, η πομπή των Παναθηναίων, οι πολεμιστές του Ριάτσε, η «Εις Αδου κάθοδος» στη μονή της χώρας, ο παντοκράτορας του Δαφνίου, οι καθεδρικοί ναοί, ο Δαυίδ και η Pieta του Μιχαήλ Αγγελου, η ζωγραφική του Γκρέκο, η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, η Αινειάδα, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, οι «Ελεγείες του Ντουίνο» στη μετάφραση του Συμεών Σταμπέλου, ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος, όσο και η ομορφιά.
 
 
Τον θάνατό σας τον έχετε σκεφτεί;
 
Κάποτε, όσο ήμουν νέος, πίστευα πως ήμουν αθάνατος. Πάει καιρός που δεν έχω πια αυτή την ψευδαίσθηση. Η ζωή μας άλλωστε δεν είναι τίποτα άλλο από μια αλυσίδα διαδοχικών θανάτων τους οποίους υπερβαίνουμε με τις διαδοχικές αναστάσεις μας. Ο θάνατος είναι ο καθημερινός σύντροφός μου, με συνοδεύει σε κάθε μου βήμα, με συμβουλεύει αδιάκοπα να απολαμβάνω τη ζωή που μου δόθηκε και φροντίζω μην τον απογοητεύω.
 
 
Πιστεύετε στον Θεό;
 
Και βέβαια πιστεύω στον θεό, είμαι το πλάσμα του, ο υιός του, ζω την αγωνία του στον κήπο της Γεσθημανής, απλώνω τις παλάμες μου στα καρφιά του Γολγοθά. Πέραν τούτου όμως δεν παύω να είμαι ολιγόπιστος και να επαναλαμβάνω τον λόγο του Πρωταγόρα «Περί θεών ουκ έχω ειδέναι», ωστόσο σιγοψιθυρίζω ευλαβικά τους στίχους του Pierre Emannuel: Θεός μόνος υπάρχων... Θεός μόνος απών....
Ο Οσιος Σεραφείμ του Σάρωφ, αναφέρει κάπου ότι για τον πιστό Χριστιανό, δεν είναι ο ίδιος ο ασκητικός βίος αυτοσκοπός, αλλά το μέσο για τον τελικό σκοπό που είναι η επίσκεψη και η εγκατοίκηση στη «βαθιά καρδιά», της θείας Χάριτος.


Για τον ποιητή, αλλά και για τον καλλιτέχνη γενικότερα η δημιουργία είναι το μέσον ή ο σκοπός; Αν είναι το μέσον, ποιος είναι ο τελικός σκοπός του ποιητή;
 
Τιμώ και σέβομαι τη Χριστιανική μας παράδοση, πιστεύω ότι όλοι μας είμαστε Χριστιανοί, εφόσον κουβαλάμε στην ράχη μας δυο χιλιάδες χρόνια Χριστιανικής καλλιέργειας, δεν μου πάει όμως ο ασκητικός βίος, απολαμβάνω τις απολάυσεις της ζωής, με όλες μου τις αισθήσεις, αυτό είναι για μένα η θεία χάρις. Η χάρις αυτή έχει δοθεί στον ποιητή να υμνεί και να δοξάζει τη ζωή σε όλο το μεγαλείο της και να υπομένει αγόγγυστα τη φρίκη της.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

-Τάσος Γαλάτης, Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005
-Τάσος Γαλάτης, Ο Σημειωμένος, εκδ. Gutenberg, 2005
-Μαρία Μαρκαντωνάτου, "Μια πολύχυμη φωνή στην ποίησή μας", περ. Οροπέδιο, τευχ. 4, χειμώνας 2007-2008
-Στάθης Κουτσούνης, "Ανθολόγιο ποιημάτων (Τάσου Γαλάτη)", περ. Οροπέδιο, τχ. 4, χειμώνας 2007-2008
-Ανέστης Ευαγγέλου, Η Δεύτερη Μεταπολεμική γενιά 1950-1970, Ανθολογία, Εκδ. Παρατηρητής
-Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη
-Η Ελληνική Ποίηση, Ανθολογία-Γραμματολογία, εκδ. Σοκόλη
-Ε.Ν Μόσχος, περιοδικό Νέα Εστία, τ. 1426

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.