αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Λέξεις μεταξύ λογοτεχνών
Η Ελενα Πολυγένη για τη Χάρη Κοντού




Ο τίτλος που επέλεξε η Χάρις Κοντού στο πιο πρόσφατο βιβλίο της (Οι κερασιές το χειμώνα είναι μια κόκκινη επανάσταση, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012), συμπυκνώνει με τρόπο αποφθεγματικό τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής της. Παιγνιώδης, εκρηκτικός, δηλωτικός ως προς το περιεχόμενο, καθώς η επανάσταση των αισθήσεων μέσα από τη συνέργεια των στοιχείων της φύσης, εμποτίζει τις λυρικές ιστορίες που μας αφηγείται. Εχοντας αφομοιώσει διαφορετικής υφής επιρροές -μύθους, θρύλους, λαϊκά παραμύθια, παραβολές- σε συνάρτηση με υπερρεαλιστικά κείμενα και συνειρμικές αφηγήσεις, δημιουργεί ένα προσωπικό σκηνικό γεμάτο ζωική ορμή και παλλόμενη ένταση. Μέσα του αντιπαρατίθενται αέναα έννοιες και ρυθμοί, χρώματα και πρόσωπα, φαντασιώσεις και μεταμορφώσεις, ενώ επανέρχεται ως μοτίβο ξανά και ξανά η αδιάρρηκτη όσο και αμφιλεγόμενη σχέση μητέρας-παιδιού. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από το ποίημα «Πτήση»:

Κατά την ώρα της φαντασίωσης, άνθρωπος σκίζει τα ρούχα του όταν το σκοτάδι είναι πιο μαύρο από τον ιερέα του σύμπαντος, τον τρελό μάγο με μορφή βατράχου και πόδια ύαινας. Μυστικοπαθής μητέρα αγοράζει στο παιδί της μικρότερο νούμερο παπουτσάκια, το ντύνει με τις όμορφες κραυγές της, το στέλνει να κρεμάσει τα ρούχα του στη ντουλάπα και ύστερα το τοποθετεί στο ζεστό του φέρετρο στο κρεβάτι με τις λύρες και τη νυφική έκσταση.

Ο κόσμος της ποιήτριας είναι εμφανώς μητριαρχικός - και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, εφόσον ανακαλεί διαρκώς τα πρωτογενή συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης ως οντολογικού φαινομένου: σεξουαλικότητα, γονιμοποίηση, αναπαραγωγή, μύηση, τελετουργία. Η μητρική μορφή συμφύρεται με αυτή της «μητέρας φύσης» ενσαρκώνοντας το συνδυασμό στοργικότητας και αγριότητας. Ετσι, παρακολουθούμε τη μητρική φιγούρα να μεταλλάσσεται σε σκιά, σε τρίαινα, σε «εχθρό υπάρξεως σαν το Θεό», σε θάλασσα με τα παιδιά της -βότσαλα να μην μπορούν να μιλήσουν, σε συκιά που στα κλαδιά της- δάχτυλα κρέμονται καρποί - βρέφη. Το δίπολο μητέρας-παιδιού απαντά σε τουλάχιστον δέκα ποιήματα της συλλογής, με άμεσο ή πλάγιο τρόπο, όπως στα «Θεογονία», «Αβάπτιστα νερά», «Αδικία», «Πρωτότοκο παιδί». Ενδεικτικά, διαβάζουμε από το ποίημα «Προδοσία»:

Η συκιά παραδομένη στο πλιάτσικο, πούλησε κλαδιά στο ζωντανό της βρέφος. Με μαλλιά αγγέλου και μάτια πειρατικά ήταν όμορφο και διαπερνούσε τη φύση του. Τα τραχιά δάχτυλα της συκιάς ήταν καρφιτσωμένα στα γεννοφάσκια του, μα ξεκινούσα απ' το άνευ όρων κορμί της. Αυτά τα δάχτυλα που το βρέφος κληρονόμησε, τα ίδια το καταδίκασαν. Είχαν στις επιφάνειές του το θάνατο του αδελφού, του πρώτου. Ηταν σημαδεμένα με την αμαρτία της ύπαρξης. Ηταν πεδίο ντροπής, κλεισμένο στον τάφο της σκέψης. Εμοιαζαν με αυτόνομες υπάρξεις, μα ήταν δικά της.

Η γέννηση-βλάστηση με την αρχέγονη σημασία της, όπως και το γενετήσιο ένστικτο στην πρωτεϊκή του μορφή, απαντούν επίσης στην πλειοψηφία των ποιημάτων. 

Πλέκοντας ιστορίες και μύθους υπερ-πραγματικούς, φυσικά στοιχεία και πλάσματα συμπαρασύρονται στην ανάκτηση μιας θαμμένης κυτταρικής μνήμης. Η θάλασσα «γεννιέται από τ' ασήμια της», οι ρίζες συνουσιάζονται για να ανθίσει η ζωή, το αμφίσημο πρόσωπο της Περσεφόνης γεννάει νεκρούς και στην ποδιά του φυτρώνουν κλώνοι, οι στάχτες παίρνουν τη μορφή μικρών παιδιών, γυμνά αυγά βυθού γονιμοποιούνται και όλα φυτρώνουν αδιάλειπτα στα πιο απίθανα σημεία.

Συμπορευόμενα και συγχρόνως αντιπαρατιθέμενα, μοιάζουν να είναι επίσης το υγρό στοιχείο και το πέταγμα. Τα ποιήματα ταλαντεύονται μεταξύ θάλασσας και αέρα, όπως ακριβώς ο ήρωας-γλάρος στην «Κυματοφιλία». Ο τρόπος που περιγράφεται το αλμυρό νερό που αφρίζει, μνημονεύει τον στίχο του Σεφέρη «...ύστερα έρχεται το αίμα και η δίψα για το αίμα, που την κεντρίζει το σπέρμα του κορμιού καθώς τ' αλάτι» Στην Κοντού, τα βότσαλα, ως «αγράμματες, στρογγυλές μάζες», περιμένουν το κύμα να τα ποτίσει «λίγη γνώση από αφρό κι αλάτι». Η θάλασσα, «πετούμενη», κοιτάζει «με πανιά φουσκωμένα και μάτια ανοιχτά το βυθό», ο σαστισμένος γλάρος ερωτεύεται το Κύμα, ενώ η ανθρωπότητα, στεγνή και άπραγη, δίνει «την τελευταία της μάχη με το ύψος». Ολα αυτά τελούνται υπό τη σκεπή μιας ζωηρής, άναρχης αισθησιοκρατίας ως αποκλειστική πηγή διδαχής και γνώσης.

Ο τρόπος που συμπυκνώνεται το υλικό της Κοντού στις αφηγήσεις της, στηρίζεται κι αυτός σε μια λογική αντιθέτων, αφ' ενός, όσον αφορά στη δομή των ποιημάτων που είναι κατανεμημένα σε στίχους, αφ' ετέρου σ' εκείνα που έχουν τη μορφή πρόζας. Τα πρώτα μοιάζουν να αιωρούνται στο κενό, καθώς οι στίχοι αποφεύγουν τις προφανείς συνδέσεις και η στίξη -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- έχει ενσυνείδητα καταργηθεί. Η ποιητική γλώσσα ρέει απρόσμενα ξαφνιάσματα, μετέωρα στην αχρονία. Αντιθέτως, στα πεζόμορφα ποιήματα, η φόρμα σχηματοποιείται πιο αυστηρά, με τον λόγο να γίνεται αποφασιστικός και στακάτος. Οι λέξεις εισέρχονται ορμητικές, με πρόθεση άμεσου αποτελέσματος, ενώ οι φράσεις φέρουν τον χαρακτήρα της τέλειας πτώσης-κατάληξης, με τη συνηγορία των τονισμών που βρίσκονται κυρίως στη λήγουσα. Τεχνική η οποία συντελεί στη γείωση της υπερρεαλιστικής θέασης των πραγμάτων που προτείνει η ποιήτρια. Αποφεύγοντας να αναλωθεί στη χρήση αφηρημένων εννοιών και γενικεύσεων, δημιουργεί φράσεις απτές, με πυκνή υφή, που συναποτελούν τις προτάσεις ή κυριαρχούν αυθύπαρκτες, στηριγμένες σε μια επιμελώς δουλεμένη ευρυθμία, η οποία σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό και την έκπληξη γεννά την ποιητικότητα. Η ρητορική της αποτελείται από μεταφορικά σχήματα και ευφάνταστες παρομοιώσεις, χαρακτηριστικό δείγμα το δίστιχο «Τομή»:

Κάνει έρωτα και το σώμα της γίνεται ουρανός
Είναι γη σε μια πιο υψηλή μετενσάρκωση

Παράλληλα όμως, διακατέχεται από ένα μείγμα σαρκασμού και παιγνιώδους διάθεσης, όπως στο παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα «Ο δρόμος με τα κόκκινα δέντρα»:

Το μοναστήρι κάθεται στην κορυφή της πλαγιάς με τα μήλα και τα υπόλοιπα, συγγενικά, αγαπημένα και πανάγαθα φρούτα. Σήμερα είναι μια διαυγής, χειμωνιάτικη μέρα. Τα βήματα μουλιάζουν στο μπετόν και τα πόδια μου γίνονται γκρι από πάνω ως κάτω λερώνοντας τα όνειρα των προσκυνητών. Οι λεύκες με συντροφεύουν, τρέχουν συχνά μπροστά και σφυρίζουν ανέμελα ένα ρυθμικό εμβατήριο. Είναι αγγελικές. Στάζουν αίμα και οι ώμοι τους αγγίζουν τον ουρανό. Περπατώ ευθυτενής. Αποφεύγω τα πουλιά που πετούν ψηλά και δεν τα φτάνω ούτε στις μύτες. Τα ερπετά που σέρνονται λίγο πιο πάνω απ' την υπόληψή μου. Χαιρετώ τις πεταλούδες με το μέτωπο καθαρό αφού ξέρω ότι δεν έζησαν χθες για να δουν τα αίσχη μου. Εκεί που θα πάω, σκέφτομαι, θα ακουμπήσω τον ουρανό κι εγώ μαζί με όλα τα στοιχειά της φύσης. Θα ξυπνάω το πρωί με ένα αγιόκλημα στο στόμα και το βράδυ θα φυτεύω κισσούς να ξορκίσω και το τελευταίο, ανθρωπόμορφο υβρίδιο που θέλει το κακό μου.

Η ποιήτρια υμνεί και υπονομεύει ταυτόχρονα. Αφηγείται ιστορίες σαν χρησμούς, με εντέχνως κρυμμένα μυστικά, που περιμένουν την αποκωδικοποίησή τους. Παρ' όλο που αντλεί το υλικό της από τον Μύθο και το Παράλογο, η επιλογή των εκφραστικών μέσων και των συνδυασμών τους, ποτέ δεν φαίνεται συμπτωματική. Αντίθετα, ενσταλάζει αυτό το απόσταγμα στην ποιητική φόρμα της, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ώστε η λυρική χρήση των συμβόλων της να δίνει την αίσθηση αληθινής μαρτυρίας.

 

elenapolugeni@yahoo.gr

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://chariskontou.blogspot.gr





      front page | identity | contact | links | past issues | ελληνικά
Copyright © 2006 e-poema.eu - Terms of Use
Developed by WeC.O.M.