αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Λέξεις μεταξύ λογοτεχνών (2)
Η Ελένη Κοφτερού για την Εύα Σταματοπούλου




Στις παρυφές του πόνου ευδοκιμεί η ποίηση;
  
Θα ξεκινήσω την προσέγγισή μου στην ποίηση της Εύας Σταματοπούλου με μια στροφή από τον Ερωτικό Λόγο του Γιώργου Σεφέρη:
 
Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

 
Στους στίχους αυτούς φαίνεται ξεκάθαρα -ακτινοβολεί, θαρρώ, είναι το σωστό ρήμα- η σημασία του πόνου ως πηγή θλίψης όσο και δημιουργίας. Ο πόνος κωπηλατεί μες στην ψυχή του ποιητή, ακολουθώντας τους κυματισμούς του χρόνου, μετεωρίζεται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, αξιοποιώντας την εξαίσια δυνατότητα της γλώσσας και των λέξεων. Την υπεροχή των στίχων και του ποιήματος. Γιατί ο πόνος είναι πάθος - δυνατό όπως ο έρωτας, σταθερό όπως η αγάπη, αναπάντεχο όπως η έμπνευση. Πού λοιπόν να ψάξουμε για το άρρητο υλικό της ποίησης αν όχι στον ανεξάντλητο λαβύρινθο της οδύνης; Στη λάμψη που εκπέμπουν οι πληγές; Πώς θα οικειοποιηθούμε την πιθανότητα του παρηγορητικού λόγου της τέχνης εάν δεν έχουμε αλαφροπατήσει -έστω και μια φορά- στις ιλιγγιώδεις όχθες της αβύσσου; Τον πόνο ως υλικό δημιουργίας αλλά και ως «αναλλοίωτο φως της ψυχής της» θα διερευνήσουμε και στη συλλογή της Μεσσήνιας ποιήτριας (Της ψυχής μου αναλλοίωτο φως, poema εκδόσεις, 2014). 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η συλλογή ξεκινά με το ποίημα "Τοκετός", δηλωτικό της πρόθεσής της να ξαναγεννηθεί μέσα απ' την ποίηση.με τον ΤΟΚΕΤΟ αυτοπροσδιορίζεται η ποιήτρια, και με χειμαρρώδεις στίχους σηματοδοτεί αυτά που θέλει να κοινωνήσει στους αναγνώστες της. Η αυτοπραγμάτωση γίνεται μέσω της γραφής, καθώς η σειρά  των ποιημάτων ακολουθεί μια, αν όχι ακριβώς χρονική,  σίγουρα όμως συγκινησιακή συνιστώσα, όσον αφορά τη θεματολογία τους. Το άνοιγμα γίνεται με τον "Τοκετό" και το κλείσιμο με το σατιρικό σκωπτικό ποίημα "Μυστική (α)συμφωνία εις Ι.Π. έλασσον (ίδρυμα)". 
 
Ο τοκετός ακολουθεί  μια δύσκολη και κουραστική κυοφορία
«Ερχεται μια στιγμή/ Που ορμάς και ρίχνεσαι/ Κάτω από τη σκάλα της/ Φυσικής επιλογής και εξέλιξής σου/ (σαν τον Οσκαρ Μ. με το ταμπούρλο του)/ Γιατί σ' έχει κουράσει πρόωρα/ Η μνήμη ενός γερόντου μοναχικού/ Που 'βαλε φωτιά σ' όλες τις προτομές/ Τους βωμούς και τις κορνίζες». Για να επέλθει μέσω της ποίησης η  ανα-γέννηση: «Ξυπνάς την επόμενη /το έδαφος σείεται ακόμα/ και η στέγη σου πλακώνει ένα έμβρυο/ που σου χαρίζει τη φορεσιά του/ κι εσύ φοράς τα καλά σου - επιτέλους.
 
Kι είναι αυτό το επίρρημα, το «ε π ι τ έ λ ο υ ς», που ρίχνει το ιαματικό του φως στο ποίημα. Η ποίηση γίνεται δροσιά της «αυγής που χαράζει τον ουρανό», αναχαιτίζει τον «καταποντισμό του ονείρου». Ανοίγει ξανά τους φραγμένους δρόμους προς τον μοναδικό πλανήτη αθωότητας που υπάρχει στα γήινα κι αυτός δεν είναι άλλος από την παιδικότητα. Το ποίημα τελειώνει με τους καταλυτικούς για τη γραφή της στίχους: «Θεέ μου, σ' ευχαριστώ που δεν μ' αφήνεις να μεγαλώσω», και δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τα λόγια που έγραφε η αγαπημένη ποιήτρια Εμιλυ Ντίκισνσον στον αδερφό της Οστιν, περίπου 150 χρόνια πριν: «Μακάρι να 'μασταν πάντα παιδιά, δεν ξέρω πώς να μεγαλώσω», ανησυχώντας «εάν τα ποιήματά της ανασαίνουν».

Ποίηση είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος έλεγε ο  Πωλ Βαλερύ. Σ' αυτή τη συλλογή,  αξιωνόμαστε ποιήματα-αναπτυγμένα επιφωνήματα που αναζητούν διαρκώς το νόημα του πρωταρχικού "γυμνού" επιφωνήματος. Κάποια προκύπτουν αυτόματα και συνειρμικά, με ρυθμό αναπάντεχο και μουσικότητα που ξαφνιάζει. Απορρίπτουν κάθε διανοουμενίστικη τάση. Ανάμεσα στους στίχους σαλεύει ο αέρας της ελευθερίας, οι λέξεις δεν αναδιπλώνονται, δεν οπισθοχωρούν, οι λυγμοί δεν πνίγονται, εκφέρονται  κρυστάλλινες ηχητικές συλλαβές. Οι επιθυμίες διεκδικούν την υπόστασή τους, οι σκιές, οι δραματικοί μονόλογοι, ακόμη και τα οξύμωρα και οι αφορισμοί βρίσκουν τη θέση τους στο ποίημα... Ολα πασχίζουν να μιλήσουν για μιαν απουσία, ένα πένθος, έναν ακρωτηριασμό. Αυτόν, του σύγχρονου ανθρώπου που συνομιλεί με τις σκιές που τον περιζώνουν ψηλαφώντας τις νύχτες τις πληγές του. Μέσω της ποίησης οι πληγές μετατρέπονται σε μικρούς θησαυρούς, οι σκιές μιλούν τη λαλιά του ανέμου και αφουγκράζονται τα ψιθυρίσματα των  φύλλων. Κι έτσι, μικροί ομιλούντες  στρόβιλοι μας θυμίζουν ότι είναι προτιμότερη η μοίρα της εντροπίας από τη μοίρα της ντροπής. «Προτιμούσε ωστόσο να είναι μια σκιά/ ελεύθερη, ανέμελη, ξένοιαστη», γράφει η ποιήτρια στο "Θέατρο σκιών", όπου στήνει το δικό της σκηνικό για να ξεδιπλωθεί το ποίημα. 
 
Κρατώντας φυλαγμένα τα φτερά των αγγέλων της (ξεμείνανε αυτά, κι ας έφυγαν οι άγγελοι), η Εύα τα συναντά καμιά φορά καθώς κάνει «φασίνα» και τους χαρίζει μια τρυφερή λέξη, έναν καινούργιο στίχο. Και σκέφτομαι τι είναι αυτό που ενδιαφέρει τελικά όλους εμάς που έχουμε την εμμονή της ποίησης. Να διαλέγουμε τις λέξεις ή να μας διαλέγουν; Στη συλλογή της  Εύας Σταματοπούλου οι λέξεις τη διαλέγουν. Οι λέξεις είναι με το μέρος της, κυρίως επειδή  τις αποδέχεται όπως είναι, αιχμηρές κι αληθινές. Δεν τις στρογγυλεύει, δεν τις λειαίνει, δεν τις γυαλίζει. Καθώς την κυκλώνουν, τεντώνουν τα πάθη των συμφώνων τους, των φωνηέντων τους πολύχρωμους αναστεναγμούς, ελευθερώνουν, για να υπενθυμίζουν στην ποιήτρια αλλά και στους αναγνώστες ότι το ταξίδι τους ξεκινά από τα βάθη της λύπης, από τις απαρχές της κληρονομημένης ενοχής, από το πρώτο «ράγισμα» του εύθραυστου ειδώλου μας. 

Το ράγισμα πλησιάζει στην καρδιά και ο καθρέφτης ξερνάει κομματάκια γυαλί/ Δεν τα βλέπεις/ Δεν τα αισθάνεσαι/ Δεν θες να τα δεις γιατί βρίσκονται στην άλλη μεριά του γυαλιού.
 
Η ποιήτρια βλέπει από την άλλη μεριά του γυαλιού, κι αυτό μόνο στους μαγικούς καθρέφτες της ποίησης συμβαίνει. Η έντονη επιθυμία να εξιχνιάσει τη λύπη και τις επιθυμίες, την τραγικότητα του εφήμερου, τη μοναξιά και την ανάγκη για αγάπη και επικοινωνία, οδηγούν τα βήματα και τις λέξεις της στην αλήθεια της τέχνης της. Πιστεύει στην ηθική σπουδαιότητα της τέχνης που καθαγιάζει τα  καθημερινά και τα τετριμμένα όπως είναι η «φασίνα» ανάμεσα στους στίχους ή Στο μάγουλο/ Μια χαρακιά από κυπαρισσόξυλο/ και η μυρωδιά από το τζάκι να γεμίζει το στόμα/ Στο σάλιο δροσοσταλίδες γιασεμιού/ και μια πάχνη πασχαλιάς / στη μασχάλη.
 
Παίζει λοιπόν το παιχνίδι του πνεύματος η ποιήτρια καθώς καταδύεται στα άδυτα του εαυτού της μα και του κόσμου που την περιβάλλει. Επιχειρεί ένα άγγιγμα στον «πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων», συλλέγοντας τα υλικά από τα ενδόμυχα της συνείδησης και τα πηγάδια της αταβιστικής ανάγκης για γλωσσική επικοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι ποιήματα που διαθέτουν  τολμηρή εικονοποιία, ποιήματα  που πάλλονται  όπως το θυμικό των ευαίσθητων ανθρώπων, στίχοι που χτυπούν στα σκληρά τοιχώματα της θλίψης και άλλα ποιήματα-σπαράγματα που δεν πατούν πάνω στις ποιητικές φόρμες -και καλά κάνουν- παρά ίπτανται πάνω από το στέρεο έδαφος των στρωμένων δρόμων παρατηρώντας  από «λίγο ψηλότερα», τους ανθρώπους και τις ρευστές σχέσεις τους. Μιλούν για τα νυχτέρια της μοναξιάς και της γραφής αλλά και για το αδικαίωτο του έρωτα, τη χαρακιά της εγκατάλειψης. 

Κάποτε στέκονται στην επίκληση του θείου μα και στην  αμφιβολία, πριν καταλήξουν στην παραδοχή της αναπόφευκτης τελικής συνθήκης του θανάτου. Ωστόσο, δεν  εγκαταλείπουν  ούτε για μια στιγμή  τις μυστικές κρύπτες της παρηγοριάς και της στοργής, εκτελώντας τη σπειροειδή διαδρομή των σκέψεων και των συναισθημάτων της. Η ποιήτρια δεν φοβάται να εκτεθεί, δεν υπαναχωρεί και μιλά μέσα από τα ποιήματά της με παρρησία  και σθένος που σπάνια απαντάται. 
 
Τη μια στιγμή συνομιλεί με τον Οσκαρ Ουάιλντ κι άλλα απαρηγόρητα πλάσματα που «ψάχνουν να ισορροπήσουν πάνω στη Μάνα Γη», και την επόμενη στιγμή, ένα φωνήεν, το ήτα, γεννά φτερούγες και χαρίζει τη μια στο ποίημα. Κι αυτό είναι η νίκη της ποίησης, η ήττα της απάθειας και της αλλοτρίωσης.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο ο πόνος συστατικό της ποίησής της. Υπάρχει ένα τρεμάμενο φως κρυμμένο ανάμεσα στους στίχους που αναδύεται, διαχέεται και φωτίζει την άφατη ομορφιά της φύσης, τη μαγική δυνατότητα της γλώσσας, το ακατάλυτο συναίσθημα του ξαφνιάσματος και του ενθουσιασμού. Αυτό ειδικά το απλώνει περίτεχνα με τις λέξεις της σε γλέντια ξωτικών στους τόπους της ποίησης,  εκεί όπου μόνον εκεί, υπάρχει η δυνατότητα να βρεθούν μαζί, μια καρακάξα, ένας κούκος κι ο σπίνος Ο Πιν, ο Παν κι ο Πίτερ Παν, για να προκαλέσουν το εξαίσιο των άστρων γέλιο και το γαργαλητό στις φτέρνες του Ερωτα.

Δίπλα στην απόγνωση ανασαίνει η παιδικότητα, η ανάγκη για παιχνίδι και ευθυμία όπως των μικρών κοριτσιών, κι αυτό είναι το πολύ συγκινητικό στοιχείο αυτής της συλλογής, όπως συμβαίνει στο θαυμάσιο ποίημα "Συναυλία κρουστών". 
Θα τελειώσω την προσέγγισή μου στην ποίηση της Εύας Σταματόπουλου, μ' ένα ποίημα που έγραψα με κάποιους από τους τίτλους της συλλογής, αφιερωμένο φυσικά στην ποιήτρια.
 

Της ψυχής της αναλλοίωτο φως
 
ΕΥΑ μικρό κορίτσι
με τα μεγάλα ερωτηματικά
11 χρόνια αργότερα
τα ίδια θα εμμένουν και μετά.
Θέλω να ξέρεις
πως οι καθρέφτες σιωπηλά ραγίζουν
μα ο δικός σου πάλλεται
έχει καρδιά. 
 
Εκείνος ο χειμώνας καύσης του 2000
ακόμη ευωδιάζει υγρασία
μιας μπόρας αυγουστιάτικης
και μελωδία αναπάντεχη υψώνει
εξαίσιας Συναυλίας των κρουστών!





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.