αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Οπισθόφυλλο
Λεκές με ξεθωριασμένα χρώματα
Δημήτρης Πέτρου




Ποιος γύρισε το διακόπτη κι έπεσε η νύχτα; Ποιον ωφελούν οι καταγραφές;
Άραγε ο πατέρας θα πάρει ποτέ τη μορφή του γιου, την ώρα που ξυρίζεται στον καθρέφτη και βλέπει έκπληκτος να αντιστρέφονται οι ρόλοι κι όλα αρχίζουν να περιστρέφονται; Και η μάνα, που αναρωτιέται μόνη καθώς φεύγει, θα της δοθεί ποτέ η σωστή απάντηση;
 
Όσον κι αν έχεις πειστεί πως κάποιο χέρι θα βρεθεί τελικά να μας τραβήξει, όσο κι αν ελπίζεις πως στο τέλος θα βγούμε ζωντανοί-κι επιτέλους θα συναντηθούμε- οι απορίες άλυτες παραμένουν. Αναπάντητα ερωτήματα λοιπόν οι στίχοι, μετέωρα τα ποιήματα (ή και ατελή) πάντα θα μένουν, να συνθέτουν τα ελλείμματά μας, την προσωπική μας ιστορία. Την ώρα που χτυπάει το τηλέφωνο και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να πούμε αυτό που θέλουμε, την ώρα που οι βεβαιότητες μας ξεφουσκώνουν σαν τρύπιες μπάλες, φωνές έρχονται από τις στοές των ημερών. Και δεν θα προλάβουμε να περισώσουμε πολλά. Έναν λεκέ, λίγα ξεθωριασμένα χρώματα, τον κρότο της βολίδας που σβήνει, καθώς νέα είδη ψαριών παίρνουν τη θέση μας. Κι αν η νύχτα πιο πίσω καθαρίζει το μήλο της, κι αν τα σπίτια γίνουν σωρός ερείπια, ο χρόνος που τροχοδρομεί βιαστικά για αλλού, πάντα εδώ βρίσκεται, κάτω από τα σεντόνια, στη θέα ενός ακινητοποιημένου αμαξιού, σε μια κρύπτη, ενώ εμείς μέσα σε δωμάτια ιδρώνουμε για τον επιούσιο. Ώσπου θα έρθει μια τελεία να δώσει τη λύση. Κι ύστερα μια μέρα, κάποιος που θα μας μοιάζει, θα ανακαλύψει στο υπόγειο το κάδρο μιας οικογενειακής φωτογραφίας. Και θα αρχίσει την αφήγηση.
 
Τι κι αν εμείς θα λείπουμε; Τι κι αν θα έχουμε περάσει Απέναντι; Με το βλέμμα μπροστά θα συνεχίσουμε να μετράμε την κίνηση στους δρόμους, θα χειροκροτήσουμε, θα αγκαλιαζόμαστε ήσυχοι πλην όμως υποψιασμένοι.
 
Ίσως τελικά όλα να μας συμβαίνουν για να λέμε ιστορίες. Ίσως πάλι όχι.




Το πορτραίτο της Αννας
 
Η Αννα κατάκοιτη
πάνω σε μια νύχτα που απλωνόταν σαν τις φλοκάτες στη
βροχή.
 
Το σπίτι μικρό, τόσο μικρό, που ούτε η σιωπή
έβρισκε μέρος να σταθεί.
Για κουρτίνες είχε το νυφικό της φόρεμα
και στα πολύφωτα κούρνιαζε σκόνη μαύρη σαν ρόγχος
ή σαν θηλιά δεμένη πρόχειρα.
 
Κάποτε είχε φυτρώσει ένα χταπόδι-δέντρο στο σαλόνι
και οι γείτονες μαζεύτηκαν με τα κουζινομάχαιρα να το πελεκήσουν
κι ύστερα κάθησαν και τους κέρασε γλυκό.
 
Η Αννα κατάκοιτη
έριχνε στο ποτάμι των μαλλιών της ενθύμια και βρισιές,
για έναν άντρα που αγάπησε τετρακόσια χρόνια
-όσα τα χρόνια που έζησε με την αρρώστια-
με τα βλέφαρά της στο κομοδίνο
σ' ένα ποτήρι δάκρυα.
 
Τη μέρα που τη θάψαμε, ο ήλιος είχε πρόσωπο συγκεκριμένο.
Ενας ήλιος γκρινιάρης, σακάτης και μοχθηρός,
ανεβοκατέβαινε από τον κόσμο των τυφλών
στον κόσμο των βαριεστημένων.

 

Γενεαλογία, Μέρος Δεύτερο
 
Ο Μαξίμ Γκόρκι
γέρνει στον ώμο μου
-είναι η ώρα που τα καραβάνια αφήνουν
την πόλη-
 
ο Γκόρκι
κλαίει σαν το παιδί για την αδικία
η μέρα είναι το τσακισμένο κοτσάνι ενός οπωροπώλη
ύστερα γίνεται λουκούμι τριαντάφυλλο
σβησμένη οθόνη
 
                     -θα συναντηθούμε άλλωστε
                     στη σιωπηλή πλευρά του δρόμου,
                     ήσυχοι και υποψιασμένοι-
 
ο Γκόρκι κλαίει
το παιδί κλαίει
 
η νύχτα πιο πίσω καθαρίζει το μήλο της.

 

Πάνθεον
 
Κι όταν ο χρόνος έληξε
 
                     μείναμε να κοιτάμε.
 
Περιμέναμε τη συντέλεια του κόσμου.
Ή έστω να ανοίξουν οι ουρανοί.
 
Τίποτα δεν έγινε.
 
Στο τέλος βαρεθήκαμε και κάποιος πρόσταξε πάμε.
Ούτε καν χαιρέτησα. Ούτε καν χαιρέτησες.
 
Αλλωστε,
ο χρόνος είναι ένα αμάξι δίχως λάστιχα,
 
  είπες.


Ποιήματα από τη συλλογή Α' Παθολογική, Μικρή Αρκτος, 2013

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.