αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Γυναικών: μικρές και πολύ μικρές ιστορίες
Η γυναίκα ως τόπος ανάδυσης της ποιητικότητας του Κόσμου
Χρήστος Γιαννακάκης




Με τα κείμενα του Γκανά ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου, και νομίζω πως, με κάποιον τρόπο,  κατάφεραν να τη συγκινήσουν. Το άρωμα της συγκίνησης αυτής θέλω να μεταφέρω, μέσα από αυτές τις λίγες γραμμές που έγραψα, για το βιβλίο του που έχει τίτλο “Γυναικών: μικρές και πολύ μικρές ιστορίες”.
Ο τίτλος και ο υπότιτλος, αυτό το “μικρές και πολύ μικρές ιστορίες”, μου έφερε στο μυαλό τους στίχους ενός τραγουδιού που λέει: “Ίσως να ‘σαι και συ μια μικρή τρυφερή αυταπάτη, μα στο χάος που είναι η ζωή το μικρό είναι κάτι...”
Είναι σαφές ότι αυτό το “μικρές ιστορίες” δεν το διαβάζω ως μικρές σε έκταση, αλλά ως μικρές σε ένταση κάποιας αντικειμενικής ενδεχομένως σημασίας. Και πράγματι, αν διαβάσει κανείς τις ιστορίες που υπάρχουν στο βιβλίο, θα διαπιστώσει ότι δεν αφηγούνται γεγονότα που άλλαξαν την ιστορία, μεγάλες ιδέες ή μεγάλους έρωτες και ακραίες καταστάσεις. Θα αισθανθεί, όμως,  αυτό το μικρό που, παρ’ όλα αυτά είναι πάντα εκεί, υπάρχει, είναι κάτι. Είναι τόσο μικρό όσο και ο κόσμος αυτός ο μικρός, ο Μέγας…  
Ε, λοιπόν, αυτό το μικρό και το καθημερινό, αυτό που μέσα στο χάος της ύπαρξης είναι κάτι, αυτό θεωρώ ότι έρχεται στο φως μέσα από το βιβλίο του Γκανά. Και όταν έρχεται στο φως, αποκαλύπτεται. Και όταν αποκαλύπτεται, διαπιστώνουμε ότι δεν βαδίζει, αλλά χορεύει: θα νιώσουμε τελικά ότι αυτό το κάτι έχει έναν χαρακτήρα ποιητικό.
Θέλω εδώ να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, ο ρόλος της ποίησης σήμερα, σε εποχές μάλλον αντι-ποιητικές, είναι ακριβώς να αναδείξει την ποιητικότητα που έχει ο ίδιος ο Κόσμος, τα ίδια τα πράγματα, οι ίδιες οι λέξεις μέσα τους. Αλλάζοντας έτσι το στίχο του Hölderlin “ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος”, θα λέγαμε μάλλον ότι “ποιητικά υπάρχει η κατοικία”.  Και στο “γυναικών”, η γυναίκα, το αιώνιο θήλυ, έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο: είναι ο τόπος (και ας μην εκληφθεί κατ’ ανάγκη η λέξη τόπος ως μεταφορά), είναι ο τόπος ανάδυσης και εμφάνισης αυτής της ποιητικότητας του Κόσμου. Μέσα από τη γυναίκα, δηλαδή, και την παρουσία της στην καθημερινότητα, αναδεικνύεται η ποιητικότητα της καθημερινότητας ως ποιητικότητας του Κόσμου.
Ας πούμε λοιπόν λίγα λόγια γι’ αυτό ακριβώς, δηλαδή για τη γυναίκα ως τόπο ανάδυσης της ποιητικότητας του Κόσμου.
Καταρχάς, το “γυναικών” αποτελείται από 16 ιστορίες. Η κάθε ιστορία είναι στην πραγματικότητα και μια γυναίκα, ακόμη και όταν αυτό δεν είναι τελείως προφανές. Η κάθε ιστορία είναι το πορτρέτο μιας γυναίκας· η φωτογραφία της, η οποία εντός της αιχμαλωτίζει τη βιο-γραφία της. Αυτές οι 16 γυναίκες είναι σαν όλες τις άλλες γυναίκες: Γυναίκες που πονούν, γυναίκες που απορούν, αγωνιούν, κλαίνε, χαίρονται. Γυναίκες που θυμώνουν και θυμούνται. 
Γι’ αυτές τις γυναίκες, όλα στον αφηγηματικό χώρο υποχωρούν ή υπάρχουν για να τις υπηρετούν. Η συγγραφική πράξη έτσι είναι μια κίνηση-προς τη γυναίκα. Η απόσταση του αφηγητή, όταν η αφήγηση δεν είναι πρωτοπρόσωπη –και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι-η απόσταση, λοιπόν,  από τη γυναίκα όλο και μικραίνει. Κάποιες φορές ο αφηγητής φτάνει να είναι προσηλωμένος δίπλα της. Άλλες, σχεδόν την αγγίζει και άλλες την έχει διαπεράσει και έχει σταθεί κάπου κοντά στην ψυχή της.
Θέλω να μείνω λίγο σε δυο ιστορίες, τις οποίες θα χρησιμοποιήσω σαν παράδειγμα, για να δείξω αυτό που είπα πριν: πως μέσα από τη γυναίκα φαίνεται ή υφαίνεται η ποιητικότητα του Κόσμου.
Σε μια απ’ αυτές τις ιστορίες βλέπουμε μια ηλικιωμένη γυναίκα να κοιτάζει τα γερασμένα χέρια της. Σε αυτή την ιστορία γινόμαστε με κάποιον τρόπο θεατές μιας μετάβασης: αυτής από τη μη ποιητική πρόσληψη του Κόσμου στην ανάδυση της ποιητικότητάς του.

Δυο γερασμένα χέρια, εβδομήντα χρονώ το καθένα, σταματούν πια να είναι απλώς δυο υλικά αντικείμενα μέσα σε ένα χώρο, και ξαφνικά, σε μια στιγμή συνειδητοποίησης από την κάτοχό τους, την ηλικιωμένη γυναίκα, ζωντανεύουν μέσα στην ποιητικότητα της ύπαρξης. Όλα αυτά τα χρόνια τα χέρια της υπήρχαν μοναχά “για να”. Τώρα για πρώτη φορά τα κοιτάζει· βλέπει τα χρόνια που πέρασαν από πάνω τους, βλέπει τις φλέβες, τις ελιές, τις ρυτίδες και τα σημάδια που μεγάλωσαν μαζί της. Ακούει τώρα τη φωνή τους, μια φωνή σιγανή, που με το ζόρι θα’ λεγε κανείς ότι βγαίνει. Μια φωνή που μαρτυρά τους πόνους και τις δυσκολίες που πέρασαν. Μια φωνή που έχει μια ιστορία να διηγηθεί.  Μια φωνή που ζητάει κάτι: τώρα που επιτέλους τα πρόσεξαν, θέλουν και ένα χάδι, άνεργα όπως είναι, να νιώσουν τουλάχιστον ζωντανά. Και στο τέλος της ιστορίας, μέσα από μια συγγραφική σύλληψη του Γκανά, τα καταφέρνουν, κερδίζουν αυτό το χάδι που ζητούν.

Μέσα σε αυτή την ιστορία και πάνω σε αυτά τα γερασμένα χέρια αποκαλύπτεται ένα “πώς”. Το πώς ο Κόσμος μπορεί να μας εμφανιστεί ως είναι, δηλαδή ποιητικός. Και τα γερασμένα χέρια αποκαλύπτουν ότι δεν μπορεί να μας εμφανιστεί η ποιητικότητα του Κόσμου όσο αντιμετωπίζουμε τα πράγματα ως χρηστικά αντι-κείμενα, αλλά αντίθετα πρέπει να τα δούμε ως αποσπάσματα του Κόσμου, απόσπασμα του οποίου εξάλλου είμαστε και εμείς.

Και όταν το κάνουμε αυτό περνούμε στη “δεύτερη πραγματικότητα”, όπως θα έλεγε ο άνθρωπος, που όσο κανείς έδωσε ζωή στα πράγματα, στα αποσπάσματα του Κόσμου, ο Οδυσσέας Ελύτης. Ας δούμε τι λέει κάπου:

“Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον lησού διακρίνουμε αυτό το "δέσιμο" που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο "πέραν", η δεύτερη πραγματικότητα, η υπερτοποθετημένη επάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.”

Στην επόμενη ιστορία θα δούμε έναν άλλον τρόπο ανάδυσης της ποιητικότητας, φορέας της οποίας και πάλι θα είναι το σώμα μιας γυναίκας. Αυτή τη φορά μιας νεότερης γυναίκας, η οποία δουλεύει στο χώρο της διαφήμισης. Το πώς η διαφήμιση συνδέεται με την αντίληψη για τα πράγματα ως αντικείμενα, είναι εύκολο να το φανταστούμε. Το πώς αυτά τα αντικείμενα αντλούν την αξία τους από την χρηστικότητά τους, επίσης. Έτσι θα αισθανθούμε στην ιστορία αυτή πάλι μια κίνηση. Μια κίνηση από το χρήσιμο, το χρηστικό, σε αυτό που δεν έχει καμία χρηστικότητα. Έτσι τουλάχιστον όπως φαίνεται να αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη χρηστικότητα. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η κίνηση δεν είναι επιτηδευμένη. Ο αφηγητής ξεχνιέται, απορροφάται από τον ερωτισμό που έχει προκαλέσει στο χώρο και το χρόνο αυτή η γυναίκα και ξαφνικά τα πάντα περιστρέφονται γύρω της. Οι λεπτομέρειές της γίνονται τα υλικά που χτίζουν έναν Κόσμο ποιητικό, είναι ο Κόσμος του σώματος και της μορφής αυτής της γυναίκας, η οποία χωρίς να αρθρώνει λόγο, μιλά. Μιλάει με το σώμα της, άθελά της, και μάλιστα όχι σε πρόζα, αλλά σε γλώσσα ποιητική.
Παίρνοντας ως παράδειγμα αυτές τις δύο ιστορίες προσπάθησα να δείξω πώς το βιβλίο του Γκανά εμφανίζει την ποιητικότητα των πραγμάτων, μέσα από την ποιητικότητα της ίδιας της γυναικείας μορφής, η οποία είναι και αυτή ένα απόσπασμα του Κόσμου, της ανοιχτής κατοικίας του ανθρώπου, η οποία κατοικία, εξ αιτίας της ανοιχτότητάς της, υπάρχει ποιητικά.
Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη που μου έκανε εντύπωση και αυτό είναι το γεγονός ότι ο Γκανάς φωτογράφισε τις γυναίκες του βιβλίου κάπως χλωμές. Και με αυτό εννοώ κάπως μελαγχολικές ή πονεμένες. Όμως, μετά θυμήθηκα μια φράση, νομίζω του Τολστόι, η οποία λέει περίπου το εξής: “Όλοι οι άνθρωποι χαίρονται με τον ίδιο τρόπο, όμως ο κάθε άνθρωπος δυστυχεί, πονά, με το δικό του, προσωπικό τρόπο”. Έτσι, μέσα από τον πόνο, τη μοναξιά, τη μελαγχολία μαθαίνουμε κάπως καλύτερα, κάπως πιο προσωπικά, δηλαδή πιο αληθινά, αυτές τις γυναίκες. Μαθαίνουμε έτσι κάτι και για τον Κόσμο, υπό την έννοια ότι διευρύνεται σε εμάς το φάσμα των δυνατοτήτων του, μέσα από τη συνεχή εξατομίκευσή του, μέσα από τις δυνατές μορφές που μπορεί να πάρει.
Τέλος, πρέπει να τονίσω ότι οι γυναίκες που αναπνέουν στις σελίδες του βιβλίου, δεν αποτελούν σύμβολα - δεν αποτελούν τύπους συμπεριφοράς. Είναι α υ τ έ ς, οι συγκεκριμένες γυναίκες, οι οποίες τίποτα δε θέλουν να πουν στον αναγνώστη, παρά ζουν, υπάρχουν μέσα στην ποιητικότητα του Κόσμου και ο αναγνώστης αισθάνεται, δε μαθαίνει. Τι αισθάνεται; Αυτό το “ποιητικώς υπάρχειν”, τη δυνατότητα αυτή της ύπαρξης, η οποία είναι καλά κρυμμένη μέσα στην προφάνειά της.





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.