αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Τήνος
Με ανάγλυφες πλάκες ο μύθος και το φως
Ευγενία Μπογιάνου




Από νωρίς το πρωί -αξημέρωτα σχεδόν- μέχρι αργά το βράδυ, ο ήλιος τσουρουφλίζει τα πάντα, με ένα βλέμμα κίτρινο, βασανιστικό που έχει αποκτήσει θαρρείς κάτι από το βλέμμα ενός παράφρονα. Δεν σαλεύει τίποτα, το χωριό βουβό, το μόνο που ακούγεται είναι η ακαθόριστη, υπόκωφη μελωδία των κυμάτων του καύσωνα, ο ψίθυρος ενός κόσμου που λιώνει.

Οι χοντροί τοίχοι του δωματίου όπου έχω βρει κατάλυμα με προστατεύουν και συγχρόνως με αποκλείουν από τον έξω κόσμο. Στη διάρκεια της μέρας κάθομαι μέσα σε αυτό το δωμάτιο-καταφύγιο-φυλακή και σχεδιάζω στο μυαλό μου τη διαδρομή που πρέπει να κάνω μέσα στον χρόνο για να βρω την άκρη του νήματος, που ίσως καταφέρει να με οδηγήσει σε κείνον και τον πολυτάραχο, σε σημείο παράκρουσης, βίο του. Σκέφτομαι και σχεδιάζω, χωρίς όμως να έχω τη δύναμη -και τη θέληση ακόμη- να βάλω οτιδήποτε από αυτά πάνω στο χαρτί.

Τόσα και τόσα έχουν γραφτεί, τι άλλο μπορώ να προσθέσω εγώ; Και γιατί; Επειδή λίγους μήνες πριν, μου ζητήθηκε να γράψω τη μονογραφία ενός ανθρώπου που αγαπώ κι εγώ, χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, επέλεξα αυτόν τον μοναξιασμένο νησιώτη άγιο που μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στην τρέλα και τη μεγαλοφυΐα; Τι μπορώ να προσθέσω; Ιδού το ερώτημα που με βασανίζει. Και γιατί αισθάνθηκα την ανάγκη να έρθω εδώ, στον τόπο που τον γέννησε και που ίσως τον σκότωσε κιόλας, να μένω σε ένα σπίτι δυο ανάσες από το πατρικό του, χωρίς ακόμη να έχω πάρει τα πόδια μου για να το επισκεφτώ; Ποια ψευδαίσθηση με έπεισε πως αν αντικρίζω ό,τι αντίκριζε θα μπορέσω ίσως να αγγίξω τα μύχια της ψυχής του; Και τι παραμένει ίδιο; Τι κοινό μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε ένα καλοκαιρινό πρωινό του 2012 και σε εκείνο το μακρινό 1851 όπου είδε το φως της μέρας ο Γιαννούλης Χαλεπάς;

Αυτό ίσως. Μόνο αυτό. Το φως.

Είμαι εδώ και κοιτάζω το ίδιο φως που κοιτούσε και κείνος ενάμιση και βάλε αιώνα πριν.

Τα βράδια βγαίνω για φαγητό στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο για να συνεχίσω μετά με λίγο τσίπουρο και πολύ χάζεμα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες όπου γυρίζω και πάλι στο σπίτι. Αυτός είναι ο τρόπος μου να αντιμετωπίσω τη ζέστη, το αδιάκριτο φως -το ίδιο φως- που με τυφλώνει, που τρυπάει τα μηνίγγια μου και με αποπροσανατολίζει. Αυτός είναι ο τρόπος μου για να αναβάλλω.
Συνήθως ο κυρ Εμμανουήλ είναι ξύπνιος και με το που με βλέπει χαμογελά και σηκώνεται.
«Κάτσε κάτω κυρ Μανώλη, τι σηκώνεσαι;».
«Βαρέθηκα να κάθομαι Παύλο. Σήμερα καθιστός, αύριο ξαπλωμένος για πάντα, ποια η διαφορά νομίζεις;».
Λέμε δυο τρεις κουβέντες τη φορά και μετά πέφτω για ύπνο μέχρι το πρωί.
Στην πρώτη πρώτη κουβέντα που κάναμε τον ρώτησα αν βρέχει ποτέ στο νησί κι εκείνος μου είπε, «το νερό στις Κυκλάδες ο Θεός, το δίνει μόνο για αγιασμό».

Δυο βδομάδες τώρα στο νησί κι έχω ακόμη μπροστά στα μάτια μου τη διαδρομή με το αυτοκίνητο από τη Χώρα στον Πύργο. Καθόμουνα, συνοδηγός, δίπλα στην Ερμιόνη και κοιτούσα. Δρόμος φιδωτός, ξερότοπος από τη μια -πεδιάδες και λόφοι που κατρακυλάνε θαρρείς προς τη θάλασσα- και από την άλλη το πέλαγος.


Το πλοίο είχε μπει στο λιμάνι χαράματα και η πρώτη αρνητική εντύπωση από τη Χώρα, λίγο αργότερα στα σκαλιά της Παναγίας, εννιά μέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο, έγινε αληθινή απογοήτευση. Αντρες και γυναίκες, αλλά κυρίως γυναίκες, ακόμη όμως και μικρά παιδιά, διπλωμένοι στα δύο, με τα κεφάλια σκυφτά και τα γόνατα τυλιγμένα, ανεβαίνουν αγκομαχώντας, ελπίζοντας ίσως σε κάποιο θαύμα -μια άλλη μορφή πίστης στη μαγεία- απόλυτα προσηλωμένοι στον ιερό σκοπό τους και αδιάφοροι για τους τριγύρω μαγαζάτορες που έχουν ορμήσει από πάνω τους και προσπαθούν να τους πουλήσουν τη φτηνή πραμάτεια τους. Πάει να πει αγιασμό σε πλαστικά μπουκαλάκια του ενάμιση ευρώ, κεριά που ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε μέγεθος και εικόνες, φρικώδεις εικόνες της Παναγίας, στολισμένες με πλαστικά λουλούδια, άλλες με φωτάκια που φωσφορίζουν και όλες χωρίς αίσθηση μέτρου και με μόνο οδηγό το «πολύ».

Τους κοιτάζω και προσπαθώ να καταλάβω από πού αντλούν την πίστη τους; Τι είναι αυτό που προβιβάζει τον απόλυτο αυτοεξεφτελισμό σε πράξη ιερή, σε πράξη που κρύβει ένα βαθύτερο νόημα; Ιχνος κατάνυξης, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα χυδαία και φτηνή. Ακόμη κι εγώ, ο άπιστος, ψάχνω να βρω και να αγγίξω το ιερό, αυτό το κάτι που ίσως εμπνέει σεβασμό, το ζητώ απεγνωσμένα, εγώ ίσως πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλον και το μόνο που βλέπω είναι ένα πολύχρωμο τσίρκο, ένα παρηκμασμένο θλιβερό λούνα παρκ που όμως τα ξεχαρβαλωμένα παιχνίδια του δεν αποτρέπουν τα παιδιά από το παιχνίδι, αντίθετα, είναι εκεί, απολύτως πιστά στην ιδέα του παιχνιδιού, πεισματικά πιστά στην ιδέα του παιχνιδιού, αποφασισμένα να παίξουν μέχρι το τέλος και να κερδίσουν. Να κερδίσουν τι; Δεν ξέρω. Την αιώνια ζωή, ένα θαύμα, την αντοχή και τη σύνεση να υπομείνουν τη φθαρτή τους φύση;

Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αποστρέψω το βλέμμα και να φύγω, να πάρω δρόμο όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Αλλά η διαδρομή με το αυτοκίνητο προς τον Πύργο με αποζημιώνει. Ενας εξαίσιος πίνακας, με πινελιές πράσινες, καφέ και γαλάζιες, ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου. Από τη μια ο απόκρημνος βράχος του Εξωμβούργου με την Αρχαία και την Ενετική πόλη. Δεκάδες λευκά εκκλησάκια σπαρμένα εδώ κι εκεί στα πιο απρόσιτα σημεία του νησιού. Αγροί σαν μεγάλα σκαλοπάτια ζωσμένοι με πετροκέντητη ξερολιθιά. Χωριά που ξεπροβάλλουν ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου για να χαθούν το ίδιο γρήγορα και να δώσουν τη θέση τους σε ένα από τα πιο όμορφα δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής που είχα την τύχη να δω: τους περιστεριώνες. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσους πολλούς -ο καθένας μοναδικός- και τόσο όμορφους, εμπνευσμένους θα έλεγα, περιστεριώνες. Σκέφτομαι πως θα μπορούσαν να είναι απλά μακρόστενα κουτιά με δυο τρία ανοίγματα για να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά. Μια χαρά θα έκαναν τη δουλειά τους και έτσι. Ομως όχι, εδώ μιλάμε για τον θρίαμβο της δημιουργίας και -κυρίως- της ομορφιάς έναντι του πρακτικού και του γρήγορου. Σκέφτομαι τους ανώνυμους δημιουργούς που τους έφτιαξαν, που κάθισαν κι έβαλαν στη σειρά τον σχιστόλιθο δημιουργώντας τετράγωνα, κύκλους, τρίγωνα, κυπαρίσσια, ήλιους, κάθε είδους στολίδια, μόνο και μόνο για τη χαρά του αποτελέσματος. Ωθούμενοι άραγε από πια ανάγκη δημιουργίας; Κι έχοντας ως μέτρο και οδηγό, τι; Μήπως την ομορφιά του τοπίου; Είναι ικανό το τοπίο -η κλίση του εδάφους, τα χρώματα, οι όγκοι των λόφων, οι καμπύλες της ακρογιαλιάς, τα ίδια τα μεγέθη της φύσης- να οδηγήσει το μάτι πρώτα και μετά το χέρι του τεχνίτη με τέτοιο τρόπο ώστε το αποτέλεσμα να είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα; Και γιατί στις σύγχρονες πόλεις αλλά ακόμη και στην ίδια τη Χώρα του νησιού, το μέτρο αυτό έχει χαθεί;

Ο Αρης Κωνσταντινίδης λέει κάπου: «Επρεπε να συντελεστεί το χτίσιμο, για το σπίτι και για τον κήπο, ώστε να γίνει συνειδητά νοητό ό,τι είχε βγει ίσως μονάχα μέσα από μιαν εύστοχη παρατηρητικότητα για το πραγματικό τοπίο. Πως δηλαδή εκεί όπου ένα έδαφος έχει μιαν έντονη κλίση, το αρχιτεκτονικό έργο οφείλει να τήνε προσέξει και να την ακολουθήσει σαν μια γόνιμη αφορμή (-και αφετηρία) για κάτι που θα στέκει σωστά και αυτονόητα μέσα στο τοπίο, επάνω στο τοπίο».

Κάνουμε στάση στην Καρδιανή. Παρκάρουμε το αυτοκίνητο έξω από το χωριό -ο δρόμος δεν πάει πιο κάτω, το χωριό είναι κυριολεκτικά γαντζωμένο στο φρύδι του γκρεμού- και προχωράμε με τα πόδια. Στοες, καλντερίμια, μαρμάρινες βρύσες, υπέρθυρα και φεγγίτες, πίσω από κάθε γωνιά του χωριού κρύβεται ένας λεπταίσθητος καλλιτέχνης, ο οποίος δημιουργεί με υλικά που υπάρχουν γύρω του -πέτρες, μάρμαρο- και το αποτέλεσμα με αφήνει άναυδο. Ο έρωτας μου για το νησί νομίζω πως κάπου εκεί, πάνω από το Αιγαίο, στο αγνάντι της Σύρας και της Ερμούπολης, στα στενά σοκάκια της Καρδιανής, ξεκίνησε.

Το χωριό είναι παμπάλαιο, πληροφορούμαι πως κατοικούνταν ακόμη και πριν το 8ο αιώνα π.χ. από τάφους της εποχής που βρέθηκαν. Το σημερινό χωριό κατοικήθηκε προς το τέλος του 16ο αιώνα και είναι μικτό, Καθολικό- Ορθόδοξο. Από δω μάλιστα καταγόταν η Αγία Πελαγία, η μοναχή που είδε το όραμα και υπέδειξε το σημείο στο οποίο βρέθηκε η εικόνα της Μεγαλόχαρης.

Πώς θα μπορούσε να φανταστεί η γερόντισσα πια Πελαγία, τη μαζική υστερία που θα προκαλούσε, ένα δικό της όνειρο στο μοναχικό κελί της;

Ο μύθος λέει πως η Παναγία την επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Κυριακή 9 Ιουλίου του 1822. Υποφέρω τόσα χρόνια θαμμένη κάτω από το χώμα, της λέει. Η γερόντισσα δυσπιστεί, γιατί να επιλέξει εμένα την ασήμαντη, σκέφτεται και δεν λέει τίποτα. Εκείνη όμως επιμένει, έρχεται δεύτερη και τρίτη φορά, με αυστηρό ύφος που δεν σηκώνει άλλες αντιρρήσεις, πήγαινε βρες τον επίτροπο και πάτε να σκάψετε στο κτήμα του Δωξαρά στην Τήνο, της λέει, η Πελαγία πείθεται πως αυτό είναι το θέλημά Της και η αρχή γι' αυτά που θα ακολουθήσουν, γίνεται στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1822.

Αν μπορούσε να δει η Πελαγία μέσα από τη σιγαλιά και τη γαλήνη του κελιού της, τις ορδές του πολύχρωμου πλήθους που, χρόνια μετά το όραμά της, με τα πόδια ματωμένα και το κεφάλι σκυφτό ανεβαίνουν τα σκαλιά της Παναγίας, με υστερική προσήλωση και πεισματική επιμονή στην ιδέα του θαύματος, θα άνοιγε το στόμα της να μιλήσει ή θα πέθαινε παίρνοντας μαζί της το μυστικό;

Αλλωστε το θαύμα έχει ήδη συντελεστεί.
Βρίσκεται γύρω μας: είναι η ίδια η εμπράγματη ομορφιά.

Συνεχίζουμε το ταξίδι με το αυτοκίνητο. Περνάμε τα Υστέρνια, άλλο ένα πανέμορφο χωριό καθώς και γενέθλιος τόπος πολλών σημαντικών καλλιτεχνών. «Σε λίγο φτάνουμε στον Πύργο» μου λέει η Ερμιόνη και εγώ νιώθω ένα μικρό τσίμπημα στο στομάχι, μια αίσθηση ακατανόητης αγωνίας, λες και στην είσοδο του χωριού με περιμένει αυτοπροσώπως – κι έχω ήδη αργήσει - ο ίδιος ο κυρ Γιαννούλης Χαλεπάς. Στο μυαλό μου έχω τον γενειοφόρο γέροντα όπως τον γνωρίζω από τις λιγοστές φωτογραφίες. Αυτός ο καταπονημένος γέροντας με περιμένει, καθώς μου είναι αδύνατο να φανταστώ το νεαρό Γιαννούλη, τον Γιαννούλη πριν την τρέλα και τον εγκλεισμό, που έκανε πέρα τις φιλοδοξίες του μαρμαροτεχνίτη πατέρα του, για να ακολουθήσει την απόλυτη κλίση του και να κάνει τελικά του κεφαλιού του, μαζί και μερικά θαυμάσια γλυπτά.
Το τοπίο γύρω είναι πιο άγριο τώρα, διασχίζουμε σκοτεινούς και απόκρημνους ορεινούς όγκους, διαδοχικές απότομες στροφές και μετά από λίγο ξεπροβάλει, σαν να το γέννησε η ίδια η γη, το χωριό που έβγαλε από τα σπλάχνα του, όχι μόνο τον Χαλεπά, αλλά και τον Φιλιππότη, τον Λύτρα και τον νεώτερο Νικόλαο Λύτρα, γιο του Νικηφόρου, λιγότερο γνωστό από τους άλλους, αλλά σπουδαίο.

Από κείνη την ώρα πάνε δύο βδομάδες και δεν έχω ξαναφύγει από τον Πύργο, ούτε καν για τον Πάνορμο και τις φημισμένες ακρογιαλιές του. Δεν ήρθες εδώ για διακοπές, υπενθυμίζω κάθε λίγο στον εαυτό μου, ήρθες για άλλον λόγο.

Είναι απόγευμα και -κατ' εξαίρεση- βγαίνω έξω. Περνώ από τον πλάτανο και προς στιγμήν διχάζομαι ανάμεσα στην επιθυμία να κάτσω για λίγο κάτω από τη σκιά του ή να συνεχίσω για κει όπου ξεκίνησα.

«Πήγαινε στο νεκροταφείο, θα με θυμηθείς» μου είπε ο κυρ Μανώλης, πάνε μέρες από τότε.

Ανεβαίνω τα σκαλιά κι ανοίγω τη σιδερένια πόρτα. Τα πόδια μου βαριά, η διάθεσή μου μουδιασμένη. Απόλυτη ερημιά. Μόνο μια γυναίκα, νέα, μεγάλη δεν μπορώ να καταλάβω, κρυμμένη σε μια γωνιά στα αριστερά μου, σκυφτή και μαυροφόρα, κοιτά με προσήλωση μια φωτογραφία και ανοιγοκλείνει τα χείλη της σαν να συνομιλεί με κάποιον. Με την άκρη του ματιού της με αντιλαμβάνεται, γυρίζει αργά αργά από την άλλη και είναι σαν να μου λέει, είσαι παρείσακτος, τράβα από δω. Απομακρύνομαι, ανεβαίνω πιο πάνω -ο χώρος είναι εξαιρετικά επικλινής- όπου βλέπω πως οι τάφοι είναι παλιοί, του προηγούμενου αιώνα και μερικοί ακόμη πιο παλιοί. Αρα μπροστά είναι οι πρόσφατοι τάφοι, σκέφτομαι, κλαίει τον σύγχρονο νεκρό της και αμέσως νιώθω τη νοσηρή επιθυμία να μάθω ποιος ήταν. Οταν φύγει θα πάω να δω, σκέφτομαι, αλλά ξέρω πως μάλλον δεν θα το κάνω.

Σιγαλιά και κατάνυξη που την επιβάλει ο ίδιος ο χώρος. Φέρνω στο μυαλό μου έναν άλλο περίπατο - περιήγηση, τρία χρόνια πριν, στο νεκροταφείο μέσα στο κάστρο της Κορώνης. Στάθηκα για ώρα πάνω από τον τάφο της νεαρής Αδαμαντίας Δ. Κυριαζή, που εγεννήθη Σεπτέβριον 1900 και απεβίωσε Νοέμβριον 1918. Μια άλλη κοιμωμένη, όχι η τέλεια σμιλεμένη στο μάρμαρο του 1ου Νεκροταφείου, αλλά η άγνωστη Αδαμαντία, που φωνάζει -αρνούμενη να συμβιβαστεί με την άγρια μοίρα της- μέσα από τον τάφο τα εξής:

Kάλυξ εξήλθον δροσερός
Βιολέτας Σεπτεβρίου
Δεκαοκταετή η γρίπη με
Αφήρπασε πρωίαν Νοεμβρίου.

Καθώς ανεβαίνω, βλέπω τις ανάγλυφες πλάκες για τις οποίες έχω ακούσει πολλά, πραγματικά έργα τέχνης, στολισμένες με περίτεχνα σχέδια, αλλά και με σύνεργα που αποκαλύπτουν το επάγγελμα του θανόντος.

Οι επιτύμβιες αυτές πλάκες υπήρχαν πριν από τον καιρό του Χαλεπά. Η παλαιότερη χρονολογείται στο 1722, ο Γιαννούλης γεννήθηκε το 1851 -την ίδια χρονιά που γεννήθηκε ο άλλος άγιος γέροντας, ο Παπαδιαμάντης- άρα είναι βέβαιο σχεδόν πως τις είδε, πως τις άγγιξε με τα παιδικά του χέρια. Αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι ξαφνικά μπροστά σε μια σπουδαία ανακάλυψη. Ιδού, αντικρίζω ό,τι αντίκριζε, κάθομαι κάτω από τον ίσκιο των δέντρων που κι εκείνος έκατσε, μυρίζω τις ίδιες μυρωδιές που μύριζε κι εκείνος. Γι' αυτό ήρθα στον Πύργο. Γι' αυτό είμαι ακόμη εδώ. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου, νιώθω ήρεμος. Και αδημονώ να γυρίσω πίσω, στο δωμάτιο, όπου με περιμένει η λευκή σελίδα.

bogianoue@hotmail.com





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.