αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Κέρκυρα
Πώς ταξίδευαν στο νησί...
μτφρ.: Νατάσα Μιγιάτοβιτς




Κρύψτε ο καθένας τον δικό σας Πρίντσιπ! Η εντολή αυτή από κάπου έρχεται όσο στέκομαι στη μέση του δωματίου ετοιμάζοντας τον σάκκο με τα πράγματα για την εκδρομή στην οποία σε λίγο θα ξεκινήσουμε. Η Λένα πήρε μαζί της τα ταξιδιωτικά της βιβλία για μεγάλες αποστάσεις, ντύθηκε με ελαφρά καλοκαιρινά ρούχα και έβαλε πέδιλα για μακρά πεζοπορεία, χαμηλοτάκουνα από πολύ κομψό δέρμα. Σ' αυτό το αγαπητό νησί εκείνη κουβαλά συνεχώς τη μικρή της τσάντα, έναν ηλεκτρονικό αναγνώστη βιβλίων ονόματι kindle και μέσα του μια απολύτως νωπή αγγλική έκδοση του βιβλίου The Corfu Trilogy του Ντάρελ που το προμηθεύτηκε κάπου στη Βρετανία και για το οποίο μου μιλά όπου κι αν βρεθούμε: στην παραλία, καθήμενη σε λευκή πλαστική ξαπλώστρα διακοσμημένη με μιά πετσέτα σε μορφή ελληνικής σημαίας, στη βεράντα της άνετης έπαυλης όπου απολαμβάνουμε τις τελευταίες εβδομάδες ρουφώντας ελαφρείς ελληνικούς καφέδες και ξεκουράζοντας τα μάτια μας στο γύρω πλούσιο πράσινο, όσο είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι ψηλά σηκώνοντας τα πόδια μας σαν τα πιτσιρίκια, γελώντας, όσο βγαίνουμε από μαγαζιά και εστιατόρια, στις πόρτες λεοφορείων, που, συμπιεσμένους ανάμεσα στους επιβάτες σαν σαρδέλες, μας φέρνει προς την πόλη που βράζει. Στην πόλη αυτή, καθώς και σε κάθε προσιτή γωνιά του νησιού, θα μας υποδεχθεί η μυστηριώδης λάμψη του ήλιου, για την οποία έχουν γραφεί πολλά μα ποτέ αρκετά χαραγμένα και ποτέ χειροπιαστά όταν πρόκειται για τον κερκυραίικο ήλιο, εκείνο το πληθωρικό κάλυμμα με κόκκο μαύρης κρέμας μέσα του, στο ογκώδες περιεχόμενό του. Εάν η δέσμη του φωτός έσταξε στη γη όπως το μάννα εξ ουρανού, τότε αυτό συνέβη πρωταρχικά σ' αυτόν τον τόπο. Οι ταξιδιώτες οι οποίοι επί αιώνες περνούσαν από εδώ για προσκύνημα και τα βήματα των οποίων πατούσαν πολλές εκ των θαυμαστών χωρών, λένε ότι τέτοιος ήλιος δεν τους έχει υποδεχτεί ούτε σε Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, ούτε σε ηλιόλουστα μέρη της Αφρικής. Το κάθε αντικείμενο που έχει φυτρώσει στο φως σ' αυτό το κομμάτι γης, φαίνεται σαν να έχει εκ νέου δημιουργηθεί. Σε κάθε εναπομείναν αρχαίο άγαλμα, και πάλι έχει αναφωνηθεί το Γίνε!

Στρώματα από ασβέστη και σοβά στους τοίχους των σπιτιών λάμπουν στο ανεπανάληπτο μεσημεριανό φως, ενώ τα κεφάλια ανθρώπων επικαλύπτονται από το μαγικό φωτοστέφανο, όπως στους αγίους. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο απογυμνωμένος του θεού οπτικός βολβός, που τυφλώνει, λέει ο Ντάρελ.

Θα ξεκινήσουμε πρώτα προς την πόλη, προς την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Η σκέψη μας είναι, σε συμπαίγνιο με λεπτεπίλεπτες δυνάμεις της Αρχαίας Ελλάδος καθώς και του Βυζαντίου το οποίο, κάπου βαθιά, στα ρήγματα αυτής της πόλης υποβόσκει - στο αέναο πυρ, τροφοδοτώντας το με το πηγαίο πνεύμα της ορθόδοξης χριστιανοσύνης ως ευεργετικό ελιξήριο, να σκύψουμε το κεφάλι μας μπροστά στα λείψανα αυτού του προστατευτικά διακείμενου αγίου, ίσως και να ασπαστούμε τις παντόφλες του. Tο έθιμο τούτο, ο άγιος να ξαναντύνεται και ξαναυποδένεται, καθώς τα υποδήματά του, ως τα πιο ιερά κειμήλια, να παραδίδονται στους πιστούς, προκαλεί μέσα μου ένα πολύ αμυδρό χαμόγελο γεμάτο τρυφερότητα, που το εκλαμβάνω κυρίως ως έκφραση αγάπης απέναντι σ' ένα ανθρώπινο ον άξιο βαθέως θαυμασμού. Πίστη σε κάποιον και σε κάτι είναι φαινόμενο ίδιον μονάχα της περίεργης ομίχλης της ζωής και τρόπον τινά αποτελεί τελετουργία της ίδιας αυτής ομίχλης, του ονείρου εκείνου γεμάτου ανθρωπιά. Πιστά είναι και τα ζώα, ίσως περισσότερο εκείνα, μου λέει η Λένα αναπολώντας τις ιστορίες για το βιβλίο που διαβάζει, και η πίστη τους δεν είναι απόρροια της ιδιοτελούς ανθρώπινης σκέψης, συνειδητού φόβου ή κλήσης προς βοήθεια. Εεε, καλά, λέω με χαμόγελο, φύγαμε αμέσως! Νομίζω ότι είμαστε έτοιμοι!

Το μικρό ταξί με το οποίο ξεκινάμε για την εκδρομή, με οδηγό τον Κώστα, ντόπο Ελληνα από την Κέρκυρα και συνεπώνυμο του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, προβάλλει μπροστά στην πόρτα μας. Ο Κώστας βγαίνει έξω, ανοίγοντάς μας ευγενικά την πόρτα του αυτοκινήτου, η Λένα και η Νούνα, η οποία την τελευταία στιγμή παραιτήθηκε από το να φωτογραφίσει την πράσινη αυλή του γαλλικού ζευγαριού απέναντι, και προς χαρά μας ξεκίνησε μαζί μας, μπαίνουν από πίσω, ενώ εγώ κάθομαι στο κάθισμα του συνοδηγού. Ρωτάω τον δικό μας αμαξοδηγό αν έχει συγγένεια με τον Μαβίλη, ποιητή τον οποίο του ανέφερα όταν γνωριστήκαμε, και μου απαντά ότι δεν έχει, ούτε από ευθεία ούτε από πλάγια γραμμή - ναι μεν έχουν ίδιο επίθετο αλλά και δεν είναι συγγενείς. Ο ίδιος είναι, λέει, ταξιτζής από την Κέρκυρα, ενώ εκείνος ο ποιητής πιθανόν δεν ήταν γεννημένος εκεί. Ο άνθρωπος που μας οδηγεί μιλάει καλά τα σέρβικα, είναι στο κατώφλι των γηρατειών, έχει καιρό ως ταξιτζής στην Κέρκυρα και κυρίως πάει τους Σέρβους στις εκδρομές όπως τη δική μας. Οι Σέρβοι είναι, λέει, καλοί μου φίλοι. Ολοι οι Σέρβοι που έχω μεταφέρει ήταν καλοί άνθρωποι. Ακούγοντας αυτά, η Λένα και η Νούνα απαντάνε με ικανοποιημένα χαμόγελα, ενθουσιασμένες, ενώ εγώ ήρεμα σωπαίνω. Οι γενικεύσεις είναι πάντοτε κακές, και δεν θα 'πρεπε να μας αρέσουν: έτσι, εάν οι Σέρβοι που τους πήγαινε ο ταξιτζής ήταν κατά το πλείστον κακοί, εκείνος θα κοίταζε με περιφρόνηση κι εμάς, όσοι εκείνη τη στιγμή καθόμαστε μέσα στο αμάξι, παρά το γεγονός ότι για μας δεν ήξερε απολύτως τίποτε.

Ο κόσμος είναι αιχμάλωτος της μάστιγας της γενίκευσης και μόνο λίγοι έχουν αληθινή συνείδηση του πράγματος αυτού. Αυτό το γνωρίζω περισσότερο εξ ιδίας πείρας, διότι ο ίδιος δεν είμαι πάντοτε ικανός να αντιστέκομαι σ' αυτό το μανιασμένο θηρίο. Μόνο στα ζητήματα της πολιτικής απέκτησα μια αλάνθαστη αίσθηση γι' αυτό το είδος χροιάς. Οπως σε κάποια αστεία παροιμία που έχει βγει από τον λαό, "Καμμένος με καυτό γάλα". Μπαίνοντας στην πόλη, κάνουμε μιά σειρά κύκλων στους δύσκολα βατούς δρόμους, αναζητώντας μια θέση να παρκάρουμε. Ο ταξιτζής μας γελά με την καρδιά του, συνηθισμένος σε ανυπόφορο κυκλοφοριακό χάος και σε συνωστισμό που μεγαλώνει στην πόλη όσο πλησιάζει το μεσημέρι. Στο τέλος, μόλις δούμε ένα μικροσκοπικό κόκκινο Citroen να βγαίνει από το πάρκινγκ, με μια φωνή όλοι μας φωνάζουμε στον οδηγό, χαρούμενα δείχνοντας την ελεύθερη θέση. Μερικά λεπτά αργότερα, λέει ο ταξιτζής παρεπιμπτόντως: Τελικά θα παρκάρουν τα αεροπλάνα, αντί στο διάδρομο αεροδρομίου, στους δρόμους! Γελάμε εν συνεχεία με αυτό, αφού το γύρω πλήθος μας καταπίνει, σκορπίζοντας το γέλιο μας μέσα σε σχεδόν ανυπόφορο ντόρο. Τελείως συμβιβασμένοι με τη μοίρα, παραδινόμαστε στην αχανή ανθρώπινη ρουφήχτρα, διαλέγοντας μια γραμμή της, ως γραμμή κάποιου επίγειου μετρό φτιαγμένου από ανθρώπινα κορμιά, μέσω της οποίας θα φτάσουμε στην εκκλησία για την οποία ξεκινήσαμε. Το ορόσημό μας είναι ο κόκκινος τρούλος της, περιτυλιγμένος με φωτεινή φούσκα, όπως μια θεία σαπουνόφουσκα. Οταν μες στην εκκλησία, με τα μάτια εξουθενωμένα από το φως, μερικά λεπτά αργότερα, αγγίζοντας τους τοίχους και τα αντικείμενα γύρω μας, σχεδόν στα τυφλά ψηλαφήσουμε ο ένας τον άλλον, θα νιώσουμε πράγματι καλύτερα. Στη σιγή της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα, εδώ μες στην πόλη της Κέρκυρας, σαν να μην το έχουμε ποτέ ξανακάνει πριν, θα βρούμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Αργότερα, εφοδιασμένοι με σάντουιτς και μπουκαλάκια με νερό, περιπλανιόμαστε ακολουθώντας τα ενδιαφέροντα που κουβαλήσαμε σ' αυτό το νησί. Ο Κώστας Μαβίλης, ο οδηγός μας, χαιρετά στον δρόμο τους ανθρώπους των μαγαζιών δίπλα από τα οποία περνάμε, χαμογελά ή, πάλι, αδιάφορος σωπαίνει. Η ιεροτελεστία αυτή έχει χάσει γι' αυτόν κάθε δυνατή επικαιρότητα, την έχει δει χίλιες φορές στα πολλά χρόνια της δουλειάς του, ξέρει εκ φύσεως όλες τις μορφές της, όλες τις παρεξηγήσεις και συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει. Γι' αυτό ο ταξιτζής, όσο μας οδηγεί στο παλαιό κτήριο του θεάτρου στο οποίο κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, βρισκόταν η σέρβικη Βουλή, προσπαθεί να φτιάξει τη διάθεση σφυρίζοντας σχεδόν άηχα κάποιο ελληνικό τραγουδάκι. Δεν το ακούω, αλλά αναγνωρίζω το σφύριγμα από μια χαρακτηριστική καμπυλότητα των χειλιών του Μαβίλη και βάσει ενός τύπου ψιθύρου το οποίο φτάνει έως εμένα, περισσότερο μέσω της φαντασίας παρά μέσω της ακοής.

O αγαπητός Κώστας θα έχει βαρεθεί τους τουρίστες και κάπου στα πιο σκοτεινά ενδότερα της ψυχής του ονειρεύεται την ημέρα όταν δεν θα υπάρχουν πια και την ευχάριστη σιγή εκείνης της ημέρας: ως γαλήνη του πολυπόθητου Παραδείσου. Ομως στην πραγματικότητα, σαν ρεφρέν και από όλες τις πλευρές, σε μας φτάνουν οι λέξεις: hleb, glava, tata, kuća, baba που οι ντόπιοι φωνάζουν στους δικούς μας, όταν περνάν δίπλα τους, δελεάζοντάς τους στα μαγαζιά τους και τα εστιατόριά τους. Ο Κώστας σαν απάντηση, πολύ σύντομα λέει ότι πρόκειται για τις σωζόμενες λέξεις από την εποχή του πολέμου, όταν ήσασταν εδώ για πρώτη φορά, προσθέτει χαμογελώντας στο τέλος. Ωστόσο, ο δικός του γενικευμένος τόνος εκείνη τη στιγμή δεν με θλίβει αλλά κατά κάποιον περίεργο τρόπο, ενθαρρύνει, και συνεχίζω περαιτέρω, ικανοποιημένος ακολουθώντας τη μικρή μου ομάδα.


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Κέρκυρα, εκδόσεις Stubovi kulture, Βελιγράδι, 2011



natasa.cmok@gmail.com





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.