αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Elizabeth Bishop
Καλπάζοντας με τον πόθο
μτφρ.: Γιώργος Παναγιωτίδης
english |




Η αμερικανίδα ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, γεννημένη στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης το 1911, συχνά σπαταλούσε αρκετά χρόνια γράφοντας ένα μοναδικό ποίημα, εργαζόμενη κόντρα στον αυθορμητισμό και την έμπνευση της στιγμής. Με την ποίησή της, έχοντας το πάθος της ακρίβειας, απέδωσε τους τόπους όπου έζησε, τον Καναδά, την Αμερική, τη Βραζιλία. Στα ποιήματά της υποκρύπτεται η αποξένωσή της, ως γυναίκας, λεσβίας, ορφανής, ταξιδιώτισσας δίχως πατρίδα. Τη ζωή της σημάδεψαν ο χαμός των γονιών της όταν η ίδια ήταν ακόμα σε νηπιακή ηλικία, το άσθμα από το οποίο υπέφερε, η κατάθλιψη, η βραζιλιάνα σύντροφός της  Lota de Macedo Soares, η Βραζιλία, η ποιήτρια Marianne Moore και ο ποιητής Robert Lowell. Αφού αρνήθηκαν να εκδώσουν ποιήματά της πολλοί αμερικάνοι εκδότες, τελικά η πρώτη της ποιητική συλλογή, North and South, εκδίδεται το 1947. Σε όλη της τη ζωή δημοσίευσε συνολικά 101 ποιήματα και το έργο της τιμήθηκε με πολλά σημαντικά βραβεία Μετά το θάνατό της, το 1979,  η φήμη της άρχισε να μεγαλώνει τόσο ώστε εντέλει οι περισσότεροι αμερικάνοι κριτικοί να συμφωνούν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μία από της σπουδαιότερες αμερικανίδες ποιήτριες του 20ου αιώνα.  Κάθε ποίημά της αρχινά όπως ξημερώνει μία όμορφη ημέρα και στο τέλος του δεν έχεις παρά να προσδοκάς τη μεταφυσική της νύχτας. Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ είναι η «χελώνα», όπως την θέλει η κριτική, της αμερικανικής ποίησης που αργά και σταθερά έλαβε εξέχουσα θέση με το εμβληματικό της έργο. Η ιδιαζόντως εικαστική οπτική της για τον κόσμο και τα πράγματα και η απαράμιλλη σκέψη της έχουν καταστήσει το έργο της μνημείο της ανθρώπινης σκέψης. Το 2011 ορίστηκε ως έτος επετείου για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή της, επέτειο την οποία μοιράστηκε με τους Wiilliam Golding, Terence Rattingan και Tennessee Williams. «Όλοι τους τιμούνται σήμερα», αναφέρει το βρετανικό λογοτεχνικό περιοδικό The Times Literary Supplement, «αλλά όλοι ακολουθούν παραμένοντας ένα βήμα πίσω από τη χελώνα Μπίσοπ… η οποία μόλις μία δεκαετία πριν από τα μέσα του 1940 εξέδωσε ένα ταπεινό βιβλίο με ποίηση χωρίς ρίμα (μέτρο) και το οποίο τώρα πια, αποδεικνύεται πολύ πιο μοντέρνο από το έργο όλων όσων αναφέρονται παραπάνω». Στην ιστορία της αμερικάνικης λογοτεχνίας, μόνον η Emily Dickinson θα μπορούσε ίσως να παραλληλιστεί με την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, καθώς και οι δύο έτυχαν πραγματικά τεράστιας δημοτικότητας και φήμης ακριβώς μετά τον θάνατό τους.

Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, είναι μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες τις αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, όπως την κατατάσσει η αμερικάνικη κριτική.  Η ποίησή της με βρήκε από τύχη μα με κράτησε κοντά της χάρη στη δεινή περιγραφική της ιδιαιτερότητα, σε όσα κρύβει και φανερώνει η κάθε σχολαστική, λεπτή και εις βάθος περιγραφή που ξεκινά κάθε φορά η ποιήτρια, απρόσμενη μύστης των πραγμάτων αυτού του κόσμου στα ποιήματά της και που πάντα καταφέρνει να κλιμακώνει περίτεχνα τα εννοούμενα και τα υπονοούμενά της για να οδηγήσει τον αναγνώστη της αβίαστα από το πραγματικό στο συμβολικό, από το καθημερινό και ταπεινό στο διαχρονικό και πανανθρώπινο. Η ποίηση της Ελίζαμπεθ Μπίσοπ είναι εξόχως μοντερνιστική, διατηρεί μια γεύση μόνο από τη φόρμα και τη ρίμα, κυρίως στα πρώτα της ποιήματα, και διακρίνεται από τον αφηγηματικό της χαρακτήρα, χωρίς να χάνει ποτέ τον συντακτικό ρυθμό, τη μουσική που αναβλύζει μέσα από τα πραγματικά ποιήματα, εκείνα που δεν είναι μεταμφιεσμένη πρόζα.

Ποιητικές συλλογές

North & South (Houghton Mifflin, 1946)
Poems: North & South/A Cold Spring (Houghton Mifflin, 1955)
A Cold Spring (Houghton Mifflin, 1956)
Questions of Travel (Farrar, Straus, and Giroux, 1965)
The Complete Poems (Farrar, Straus, and Giroux, 1969)
Geography III, (Farrar, Straus, and Giroux, 1976)
The Complete Poems: 1927–1979 (Farrar, Straus, and Giroux, 1983)
Edgar Allan Poe & The Juke-Box: Uncollected Poems, Drafts, and Fragments by Elizabeth Bishop ed. Alice Quinn, (Farrar, Straus, and Giroux, 2006)

yiorgospanis@hotmail.com





Στην αίθουσα αναμονής

Στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης,
πήγα μαζί με τη θεία Κονσουέλο
για να 'ναι συνεπής
στου οδοντίατρού της το ραντεβού
και κάθησα και την περίμενα
στου οδοντίατρου την αίθουσα αναμονής.
Ητανε χειμώνας. Νύχτωνε
νωρίς. Η αίθουσα αναμονής
ήτανε γεμάτη ενήλικες,
χειμωνιάτικα και πανωφόρια,
λάμπες και περιοδικά.
Η θεία μου ήταν μέσα
καθώς φαίνεται ώρα πολλή
κι όσο περίμενα διάβασα
το National Geographic
(μπορούσα να διαβάσω) και προσεχτικά
μελετούσα τις φωτογραφίες:
το μέσα του ηφαιστείου,
μαύρο και γεμάτο στάχτες.
Μετά σκορπούσε ολόγυρα
σε ρυάκια φωτιάς.
Η Οζα κι ο Μάρτιν Τζόνσον
με παντελόνια ιππασίας,
μπότες με κορδόνια και κάσκες για τον ήλιο.
Ενας νεκρός άντρας κρεμόταν από 'να κοντάρι
«Φρέσκια σάρκα» έλεγε η λεζάντα.
Μωρά μ' αιχμηρά κεφάλια
τυλιγμένα ολόγυρα με σπάγκο.
Μαύρες, γυμνές γυναίκες με λαιμούς
τυλιγμένους ολόγυρα με σύρμα
σαν τους λαιμούς φωτιστικών γλόμπων.
Τα στήθη τους ήτανε τρομακτικά.
Το ξεφύλλισα εντελώς αφηρημένα.
Ντρεπόμουν τόσο να το παρατήσω.
Κι έπειτα κοίταξα στο εξώφυλλο:
τα κίτρινα περιθώρια, η ημερομηνία.
Αιφνίδια, από μέσα,
ήρθε ένα ωχ! πόνου
-η φωνή της θείας Κονσουέλο-
όχι πολύ δυνατό ή διαρκές.
Δεν ξαφνιάστηκα καθόλου. 
Ακόμα και τότε το ήξερα πως ήταν
μια απερίσκεπτη, δειλή γυναίκα.
Θα έπρεπε να 'χω ντροπιαστεί
μα όχι. Αυτό που με ξάφνιασε εντελώς
ήταν πως ήμουν εγώ:
η φωνή μου, μες στο στόμα μου.
Χωρίς καν να το σκεφτώ
ήμουν η απερίσκεπτη θεία μου,
εγώ - εμείς - πέφταμε, πέφταμε,
τα μάτια μας προσηλωμένα στο εξώφυλλο
του National Geographic,
Φεβρουάριος, 1918.
Είπα στον εαυτό μου: τρεις μέρες
και θα γίνεις επτά χρονών.
Το είπα για να σταματήσω
την αίσθηση του να πέφτω απ'
τον στρογγυλό, περιστρεφόμενο κόσμο,
στο κρύο, σκοτεινό μπλε διάστημα.
Μα αισθάνθηκα: είσαι ένα εγώ
είσαι μια Ελίζαμπεθ
είσαι ένας απ' αυτούς.
Γιατί θα πρέπει να είσαι ένας, ακόμα;
Σχεδόν το τόλμησα να κοιτάξω
να δω τι ήταν αυτό που ήμουν.
Εριξα μια φευγαλέα ματιά
-δεν μπορούσα να κοιτάξω ψηλότερα-
στα σκιασμένα γκρι γόνατα,
παντελόνια και φούστες και μπότες
και διαφορετικά ζευγάρια χεριών
που αναπαύονταν κάτω από τις λάμπες.
Ηξερα πως τίποτα πιο παράξενο
ποτέ δεν είχε συμβεί, πως τίποτα
πιο παράξενο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί.

Γιατί έπρεπε να είμαι η θεία μου,
ή εγώ, ή οποιοσδήποτε;
Τι παρόμοιο -
μπότες, χέρια, η φωνή της οικογένειας
που ένιωσα στον λαιμό μου, ή ακόμα
το National Geographic
κι εκείνα τα φρικτά κρεμασμένα στήθη -
μας κρατάνε όλους μαζί
ή μας κάνουν όλους εμάς μόνο έναν;
Πώς - δεν ξέρω κάποια
λέξη γι' αυτό - πόσο «απίθανο»...
Πώς έγινε να βρεθώ εδώ,
σαν αυτούς, και να κρυφακούω
μια κραυγή πόνου που θα μπορούσε
να δυναμώσει και να χειροτερέψει
μα δεν μπόρεσε;

Η αίθουσα αναμονής ήτανε ολοφώτεινη
και τόσο ζεστή. Ητανε βαλμένη
κάτω από ένα μεγάλο μαύρο κύμα,
άλλο, κι άλλο.

Τότε ήμουν πίσω μέσα σ' αυτήν.
Ο Πόλεμος άναβε. Εξω,
στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης
ήτανε νύχτα και βρόμικο χιόνι και κρύο,
και ήτανε ακόμα η Πέμπτη
Φεβρουαρίου, 1918.

 

Ονειρο καλοκαιριού

Στη γερμένη αποβάθρα
λίγα πλοία μπορούσαν να 'ρθουν.
Ο πληθυσμός αριθμούσε
δύο γίγαντες, έναν χαζό, μία τσιλιβήθρα,

έναν μειλίχιο καταστηματάρχη
κοιμισμένο πίσω από τον πάγκο του
και την ευγενική μας σπιτονοικοκυρά -
η τσιλιβήθρα ήτανε η ράφτρα της.

Τον χαζό μπορεί και να τον ξεγελούσε
το να μαζεύει βατόμουρα,
μα τα πετούσε πέρα μετά.
Η συρρικνωμένη ράφτρα χαμογελούσε.

Στη θάλασσα παντού, είχε στάξει
μπλε σαν ψάρι του Ατλαντικού,
η πανσιόν μας ξεμοναχιασμένη
λες κι είχε πάει να κλάψει.

Ασυνήθιστοι τύποι γερανιών
στριμώχνονταν στα μπροστινά παράθυρα,
τα πατώματα γυαλοκοπημένα με
μουσαμάδες πολλών ειδών.

Κάθε νύχτα στήναμε αυτί
για της κουκουβάγιας τη φωνή χωνιού.
Με της λάμπας τη φλόγα μέσ' από το χωνί
γυαλοκοπούσε η ταπετσαρία.

Ο γίγαντας με το τραύλισμα
ήτανε της σπιτονοικοκυράς ο γιος,
που γκρίνιαζε στις σκάλες
σκυμμένος σε μια παλιά γραμματική.

Αυτός ήτανε σκυθρωπός
μα αυτή ήτανε χαρωπή.
Η κρεβατοκάμαρα ήτανε ψυχρή,
το πουπουλένιο κρεβάτι σιμά.

Ημαστε ξάγρυπνοι στο σκοτάδι στο
ρυάκι που υπνοβατούσε
κοντά στη θάλασσα
και τ' όνειρό μας ακόμα σχεδόν ακουστό.

 

Ερωτήματα του ταξιδιού

Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ. στριμωγμένα ποτάμια 
σπεύδουν τόσο βιαστικά κάτω στη θάλασσα,
κι η πίεση από τόσα σύννεφα στις κορυφογραμμές
που τα κάνει να χύνονται στις πλαγιές σ' απαλή, αργή κίνηση,
αλλάζοντάς τα σε καταρράκτες εμπρός στα ίδια μας τα μάτια.
--Κι αν αυτές οι φλέβες, αυτοί οι μίλια μακριοί, στιλπνοί, δακρυλεκέδες
δεν είναι ακόμα καταρράκτες
σε μια κοντινή εποχή ή έτσι, όπως οι εποχές περνούν εδώ,
πιθανώς θα γίνουν.
Μα κι αν ποτάμια και σύννεφα συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν
τα βουνά μοιάζουν με τα καύκαλα μπαταρισμένων πλοίων
στη λάσπη βουτηγμένα και κολλημένα.

Σκέψου το μακρύ ταξίδι από το σπίτι.
Επρεπε να 'χαμε μείνει στο σπίτι και να τα εννοούμε αυτά εδώ;
Πού θα 'πρεπε να βρισκόμαστε αυτήν τη μέρα;
Είναι σωστό το να παρακολουθούμε ξένοι σ' ένα έργο
σ' αυτό το πιο παράξενο των θεάτρων;
Τι παιδαριώδες είναι αυτό όσο υπάρχει ανάσα ζωής
στα σώματά μας, είμαστε αποφασισμένοι να βιαστούμε
να δούμε τον ήλιο της άλλης πλευράς ολόγυρα;
Το πιο μικροσκοπικό κολιμπρί στον κόσμο;
Να σταθεί το βλέμμα μας σε κάποια δυσερμήνευτη πέτρινη κατασκευή,
δυσερμήνευτη κι απόρθητη,
από κάθε άποψη,
ευθύς αμέσως να ιδωθεί και παντοτινά, παντοτινά απολαυστική.
Ω πρέπει να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας
και να τα κατακτούμε επίσης;
Κι έχουμε χώρο
για ένα επιπλέον στολισμένο ηλιοβασίλεμα, ακόμα αρκετά θερμό;

Μα σίγουρα θα ήταν κρίμα
να μην έχουμε δει τα δέντρα παραπλεύρως αυτού του δρόμου,
αληθινά σπουδαία για την ομορφιά τους,
να μην τα έχουμε δει να λικνίζονται
σαν αριστοκράτες της παντομίμας, ντυμένα στα ροζ.
--Να μην έχουμε σταματήσει για βενζίνη και ν' ακούσουμε
τον λυπημένο, σε δύο νότες, ξύλινο ρυθμό
των ανόμοιων ξυλοπάπουτσων
που ανέμελα χτυπούν γύρω
από 'να βενζινάδικο γεμάτο λεκέδες μηχανόλαδων.
(Σε μιαν άλλη χώρα όλα τα ξυλοπάπουτσα θα δοκιμάζονταν.
Κάθε ζευγάρι εκεί θα είχε πανόμοιο βήμα).
--Κρίμα να μην έχουμε ακούσει
την άλλη, τη λιγότερο πρωτόγονη μουσική της χοντρής, καφετιάς καρδερίνας
που τραγουδά πιο πάνω από την ταραγμένη αντλία βενζίνης
μέσα σ' ένα περίτεχνο, ιησουίτικο εκκλησάκι από μπαμπού:
τρία καμπαναριά, πέντε ασημένιοι σταυροί.
--Ναι, κρίμα να μην έχουμε αναλογιστεί,
θαμπά κι ατελέσφορα,
πάνω στη σχέση που μπορεί να υπάρχει για αιώνες
ανάμεσα στα πιο ακατέργαστα ξυλοπάπουτσα
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξυλοπάπουτσων
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξύλινων κλουβιών.
--Ποτέ να μην έχουμε μελετήσει Ιστορία μέσα
στην αδύναμη καλλιγραφία των κλουβιών των ωδικών πτηνών.
--Και ποτέ να μην έχουμε ακούσει τη βροχή
τόσο πολύ όσο τους λόγους των πολιτικών:
δύο ώρες αδυσώπητου ορατόριου
και μετά μια θλιβερή χρυσαφένια σιωπή
όταν ο ταξιδιώτης παίρνει ένα σημειωματάριο, γράφει:

Είναι η ελλιπής φαντασία που μας φέρνει
σε φανταστικούς τόπους κι απλά δεν μένουμε στο σπίτι;  
Ή μπορεί ο Πασκάλ να μην έχει ολότελα δίκιο
για το απλά να κάθεσαι ήσυχα μέσα σ' ένα δωμάτιο;

Ηπειρος, πολιτεία, χώρα, κοινωνία:
η επιλογή δεν είναι ποτέ πλατιά και ποτέ ελεύθερη.
Κι εδώ ή εκεί... Οχι. Θα έπρεπε να έχουμε μείνει στο σπίτι,
οπουδήποτε αυτό κι αν ήταν;

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.poets.org/poet.php/prmPID/7


      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.