αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Χρήστος Κατρούτσος
Αθέατες δεήσεις




Σπορά για μια αυλή

Ας σπείρουμε και μιαν αυλή
Μην και εκραγεί μια μπουκαμβίλια
Το πέπλο διαρρηγνύοντας
Θανάτου που 'χει στο χρώμα απλωθεί
Μήπως, και μαλαχτεί καρδιά
Τόσο τσιμέντο που κατάπιαμε
Αφού και τα φιλιά
Με τη ρευστή υφή που δίπλωνε τα χείλη
Γινήκαν στέρεα σαν
Τα διέπει νόμος που σίγασε τα στόματα
Και όχι η ανταρσία ενός κισσού.
Ας σπείρουμε έστω και μιαν
αυλή
Εκεί που πρόστυχα το κτήριο θα εγείρεται
Οταν κατεδαφίζει βλέμματα.
Μιαν αυλή για να μιλάμε πια
Και δίχως μέσα της μηλιά.

 

Αθέατο

Δεν ήταν γνώριμο χαλάζι χθες
Και το βαμβάκι αλώβητο 
Από τα βότσαλα που έπεσαν
Μες στις παράκτιες σκέψεις μου.
Απέραντη μια πεδιάδα που 'χει απλωθεί
Δεχόμενη αγόγγυστα το στέρεο
Των πόλεων κύμα
Να πνίγει το ελάφι, το στάχυ της υπόσχεσης,
Τη χειραψία που πρόσμενε το ρόπτρο
Εμπρός από τον ένοικο
Φυλακισμένο στις ξηρές του βλεφαρίδες.

Οι βράχοι που αναλήφθηκαν
Χωρίς του φάρου το κερί
Θα ξέσπασαν σε δάκρυα
Οταν η θέα αυτοκτόνησε 
Ανέστια από τα μάτια των ανθρώπων.
Το αίμα της λιπόθυμο ψηφιδωτό
Εικόνες σκόρπιες νοτισμένες
Απρόσκοπτα θα φτάσει
Στη ραθυμία της θαλάσσης.
                      Αναλογιέμαι
Πόσο βαρύς κι αθέατος ο κόσμος
Δίχως τον βράχο να σταθείς.

 

Δέηση στη θάλασσα

Θάλασσά μου,
με σήκωσες όταν το βάρος,
μου παραμόρφωνε τα μέλη στη στεριά.
Ξοπίσω μου οι πέτρες είναι
τ’ απομεινάρια του;
Kι αυτά με το καιρό
τα κάνεις βότσαλα που τα συλλέγουν χέρια άδολα.

Προχθές, βούτηξα και σε προσκύνησα
ανάβοντας σου φάρο
μην και τσακίσουν το κολύμπι τους στα βράχια
όσοι το βάρος σπεύδουν στη στεριά να ξαναβρούν.
Συγχώρεσέ τους
                                   Θάλασσά μας
Και δώσε τους την άνωση
Και το πλατύ σου μπλε
Για τα κορμιά που ράγισαν μες στην ορθοστασία.

 

xristos_kat@hotmail.com





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.