Η άποψη του λογίου: Γιάννης Δάλλας
(.poema..)




Ενίοτε οι συνεντεύξεις ως δημοσιογραφική πρακτική επαφής με τον δημιουργό και το έργο του, δεν επαρκούν. Η λογική της ερώτησης και της απάντησης αποφαίνεται ανεπαρκής στην περίπτωση του Γιάννη Δάλλα: κρίνεται απαραίτητη η εντύπωση της μερικής προσέγγισης των θεμάτων με τα οποία εκείνος έχει ασχοληθεί και, εντρυφώντας, έχει προτείνει. Η πολύχρονη διαδρομή του στις πανεπιστημιακές αίθουσες, στον τομέα της έρευνας και της συγγραφής όσο και της λογοτεχνικής δοκιμασίας. 




Πώς διαμορφώθηκε η σχέση σας με τους άλλους ποιητές, αυτούς που συνοδοιπόρησαν, παράλληλα και εκ του σύνεγγυς, δεδομένης της δική σας ποιητικής εξέλιξης αλλά και του κριτικού-φιλολογικού βλέμματός σας; Νιώσατε κάποτε ότι συγκρούονται; 

Διαμορφώθηκε ως σχέση στην πορεία, συγκλίνουσα προς μια εκφραστική «κοινή». Κρατώντας στο βάθος διακριτή τη δεσπόζουσα της ιδεολογίας, του ψυχισμού και του ύφους  καθένας μας, έναντι των συνοδοιπόρων του, των άλλων ρευμάτων: των αντιστασιακών, των υπαρξιστών, των μετα-υπερρεαλιστών του μεταπολέμου. Και μάλιστα εξαιτίας της τομής του πολέμου και της εμπειρίας ιδίως της Κατοχής και του εμφυλίου, με εμφανή τη διάσταση προς τα ιδεολογήματα (π.χ. της «ελληνολατρίας») και ανανεωμένη τη γλώσσα της προηγούμενης γενιάς, του μεσοπολέμου.
Η φωνή μας δεν υπήρξε συνέχεια εκείνης αλλά νέα εκκίνηση για την ποίηση.Πήρε τη σκυτάλη από γενιές προγενέστερες και τη διασταύρωσε με νεότερες ανησυχίες των καιρών και του πνεύματος: από την εξ επαφής ασφυξία «του περιβάλλοντος  της εποχής», όπως είπε ο Καρυωτάκης, έως τη μετα-ιστορική-μετά και το ολοκαύτωμα!-αγωνία του Σελάν. Και διαχρονικά, από τις «υποθετικές εμπειρίες»  της  μακροϊστορίας, όπως τις προσέλαβε και τις επικαιροποίησε πολυπολιτισμικά ο Καβάφης, έως την αδιέξοδη παγκοσμιοποίηση του παρόντος.


Ποια συνθήκη ορίζει τη διαφορά μεταξύ των μεταπολεμικών ποιητών (από τον Αναγνωστάκη έως τον Σινόπουλο, για παράδειγμα) και της τρέχουσας αντίληψης των ποιητών για το «ενθάδε τώρα». Κατά μιαν έννοια, οι «παλαιοί» διέκριναν την ιστορική παρουσία τους μέσα από μιαν ηθική προσέγγιση της λογοτεχνίας και μια κοινή συνείδηση για τον ρόλο τους. Τώρα, οι «νέοι» φαίνεται ότι ενδιαφέρονται κι επικεντρώνουν στη συγχρονία, στο παρόν και στο εγώ τους…

Πεδία δοκιμασίας μας, στις δύο πρώτες γενιές, η δρώσα ιστορία ως επιταγή και ως μέγγενη των δρωμένων: επιταγή που δεν ήταν αρχικά καταναγκασμός, ούτε η μέγγενη πρόξενος ηττοπάθειας. Αυτά ως απάντηση στα λεγόμενα  «περί ποίησης (πολιτικής) ηθικής» και κατ' άλλους «περί ποίησης της ήττας». Και ακολούθησε μια άλλη ενιαία πραγματικότητα και η έκτοτε περιπέτεια των φορέων της: καθενός μας  επάλληλα, ως μέλους της κοινωνίας, ως ύπαρξης και ως όντος. Με κατάληξη τη σκοπιά των νεότερων: όπως το λες «του ενθάδε και τώρα». Μια πορεία της οποίας τους σταθμούς ανέπτυξα σε παλαιότερη μελέτη μου («Η περιπέτεια του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού», Ευρυγώνια, 2000) και την καταληκτική σκοπιά των νεότερων σε πρόσφατη κριτική μου (« Μια νεότερη ποιητική ροπή», Μανδραγόρας, τ. 49, 2014). Οπου και αναφέρθηκα με όρους ποιητικής αυτονομίας και χωρίς πρόθεση αξιολογικής της αντιπαράθεσης.
          
Η ταυτότητά μου: ως ποιητής απέβλεψα πολύ νωρίς προς μια  νέα κοσμολογία (Απόπειτα μυθολογίας τιτλοφόρησα μία από τις πρώτες συλλογές μου). Ελεγα, λ.χ.
Είναι ό,τι απόμεινε: ένα αέτωμα ανδρείας
[..........]
Οι άλλοτε διφρηλάτες με τα τρύπια τους λάβαρα
ριγμένοι πίσω μας όπως το φως του τυφλού


Και ως στοχαστής, την κοσμολογία αυτή τη μελέτησα στις ποικίλες ποιητικές εκτός των δύο που αναφέρεις, και άλλων κορυφαίων συγχρόνων μου, αρχής γενομένης από τον Σαχτούρη. Δεν έγραφα κείμενα άμεσης αναφοράς στα συμβαίνοντα: κείμενα επίκαιρα σαν των ομηλίκων μου, για τους εξόριστους και σεντονιάδες για την Ειρήνη. Μου αρκούσε η έμμεση  υπόμνηση της συνάρτησής τους με την εποχή: «Η ποίηση μυστική τεθλασμένη των αντιστάσεων». Και της ελλειπτικότητας της γραφής μας ως συνάρτησης με τα πράγματα, γράφοντας: «κάθε επιζών και μια περγαμηνή καρβουνιασμένη κι άλαλη και τα ποιήματά μας κολοβά κι ακρωτηριασμένα σαν φραγκμέντα». Απ' όπου και η μυθοποίηση της ιστορίας  σε μια σειρά επεισόδια, όπως τα ανέλυσε στη διατριβή του ο Ερωτόκριτος Μωραϊτης (Η Ποιητική του Γιάννη Δάλλα: τελετουργία της ιστορίας).


Διαχωρίζονται άραγε οι ενασχολήσεις και οι επικεντρώσεις σας στη λογοτεχνία; Νιώθετε, για παράδειγμα, ότι το δοκιμιακό έργο σας υπερισχύει του μεταφραστικού ή του ποιητικού; Κι ακόμη, με ποιες συναρμόσεις καταφέρατε να υποστηρίξετε μιαν αναλογία μεταξύ τους;

Στο ερώτημα για τα τρία είδη με τα οποία ασχολούμαι, την ποίηση, την κριτική και τη μετάφραση (των αρχαίων λυρικών), έχω εκτενώς απαντήσει σε συνέντευξή μου στο αφιέρωμα του περιοδικού Θέματα Λογοτεχνίας (τ. 106, 2011). Τη συνοψίζω: στην πνευματική μου πορεία προπορεύεται και προέχει η ποίηση. Και αυτοτελώς ως δημιουργία και ως ποιητικότητα που προκαθορίζει και τα άλλα είδη. Αμεσα τη μετάφραση, π.χ. του Αρχιλόχου ή της Σαπφώς, στην οποία λειτουργώ και εγώ ποιητικά ως δευτερογενής δημιουργός. Καθορίζει έμμεσα και την κριτική, από την ανάλυση έως την έκδοση των κειμένων, συνεκτιμώντας τα στοιχεία της έρευνας ως αποκαλυπτικά τεκμηρίων για την ερμηνεία, και εν γένει την ποιητική ενός έργου. Μια ποιητικότητα που διακρίνεται αμιγέστερα, όχι σε φιλολογικές μελέτες που είναι δουλειά των γραμματολόγων, αλλά σε σπουδές ποιητικής. Τέτοιες σπουδές είναι, εκτός των έργων ειδικής αναφοράς (π.χ., για τις ποιητικές του Κάλβου, του Σολωμού και Καβάφη και των νεότερων), οι συλλογές δοκιμίων μου: Εποπτείες (1954), Υπερβατική Συντεχνία (1958), Πλάγιος λόγος (1989), Ευρυγώνια (2000) και Συνεκδοχές (2011, όπου προτάσσεται κι ένας λόγος περί δοκιμίου  ως είδους «υπό προστασίαν»).


Μια ωραία άποψη για το ποιητικό σας έργο σημειώνει ο Κώστας Βούλγαρης λέγοντας ότι "η ποίηση του Γιάννη Δάλλα είναι ένα απέραντο διακείμενο"... Πώς το σχολιάζετε ως σημείο αναφοράς;

Εκτιμώ πολύ την κρίση του φίλου μου Κώστα Βούλγαρη  πως τα γραφτά μου είναι «ένα απέραντο διακείμενο». Κρίση που κορυφώνει μια σειρά αποκαλυπτικών, και για μένα τον ίδιον ως αναγνώστη, παρατηρήσεων: π.χ., πως υπήρξα οργανωτής του ποιητικού σύμπαντος των μεταπολεμικών,  όπου και η ποίησή μου συναναπνέει. Και πώς μελέτησα ως  κριτικός ποιητικά (και αντιστρόφως, ως ποιητής κριτικά) τα κείμενα των πατέρων της λογοτεχνίας μας, συλλειτουργώντας ταυτοχρόνως ως φιλόλογος , κριτικός και μεταφορέας του αρχαίου λυρισμού,  όταν γράφω ποίηση. Αμποτε! Και σχετικά με την επίμαχη φράση, πως δεν πρόκειται για παραδείγματα   υπερκειμένου  κατά Ζενέτ (και Ριφατέρ), όπως π.χ. στα ποιήματα «Εν τη Μονή Ρωγών» (Οι Εφτά πληγές), «Φυσιολόγος»(Απόπειρα μυθολογίας), «Οικογενειακός θυρεός» (Κυκλοδίωκτα), ή  «Σαν τον Ακταίωνα» (Αποθέτης), «Οι Ιδεοπράχτες» (Στοιχεία ταυτότητας), «Γοργώ» (Περίακτος), αλλά πρόκειται για απέραντο διακείμενο, θεωρώντας ως προκείμενό μου όλη τη γραμματεία. Και, πριν και πέραν αυτής, τον ποιητή ως  γραφέα.


Ανατρέχοντας και στον τόμο Σύμμεικτα, όπου και συγκεντρωμένα άρθρα, δημοσιεύματα, επιφυλλίδες, γίνεται φανερή η δική σας αντίληψη για το άνυσμα της φιλολογικής ενασχόλησης…

Με τα Σύμμεικτα τι προσδοκώ; Οχι βέβαια καμιά «πλούσια και εμβαθύνουσα πειριήγηση στη γραμματεία μας» (οι χαρακτηρισμοί είναι δικοί σου). Αλλά με άκρα οικονομία να υποδείξω ως κριτικός κάποιες κομβικές τομές διαλόγου της νεοελληνικής λογοτεχνίας: με τους αρχαίους (τη λυρική ποίηση της αρχαϊκής εποχής εν όλω) στην πρώτη ενότητα, με τη διάσταση ιδεολογίας και ποιητικής των νέων καιρών στη δεύτερη ενότητα και με τις δομές του αφηγηματικού και-συμπληρώνω- του ποιητικού λόγου της πρώτης  μεταπολεμικής γενιάς στην τρίτη και τέταρτη ενότητα. Οπως ορθά τα επισήμανε ο φίλος κριτικός, με αναφορές στη χρονίζουσα περιοδολόγηση, την τομή της νεωτερικότητας  και την πρόταση για μια «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» στην αφήγηση όπως πρωτότυπα την πραγματώνει ο ίδιος  στην πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Το Εμφύλιο σώμα.


Τι προσδοκάτε να επισημάνετε τελικά μέσα από αυτή την τόσο πλούσια και εμβαθύνουσα περιήγηση στη γραμματεία μας;

Εδώ θα είχε τη θέση της και η απάντηση σε μια αναμενόμενη ερώτηση για τη σχέση μου με το Σύμπαν. Με το Σύμπαν  στην ομογενή προς τη γήινη αστροφυσική του διάσταση, θεωρούμενη προέκταση της σχέσης μας με το περιβάλλον  της κοινωνίας, των λαών και των άλλων ηπείρων. Κάτι που υπέμνησα ήδη στην ενότητα: «Στην αστρκή μας γειτονιά (της προτελευταίας συλλογής μου Περίακτος) και ρητότερα στην ανέκδοτη συλλογή μου Οριογραμμή. Αλλά για να γίνει η προέκταση υπέρβαση, θα πρέπει στο μέλλον η επιστήμη να τροφοδοτήσει -για να μην πω: να υποκαταστήσει- δημιουργικά με τη γλώσσα της τη γραφή.


Ποιες άλλες φιλοδοξίες μπορεί να έχει ένας δημιουργικός νους όπως εσείς; Το φάσμα των ενδιαφερόντων σας μοιάζει ανεξάντλητο… 

Ποιες φιλοδοξίες μπορώ να έχω; Με την τέχνη την καβαφική που απέκτησα (του εστέτ και του σοφιστή) και με την τεχνική τη σολωμική (της σκαπτής ύλης), να ολοκληρώσω αντιστοίχως δύο δοκίμια: ένα με θέμα την ποιητική μου (τίτλος: Οι δύο όψεις του τεχνουργού) ως συμπλήρωμα μια τριλογίας με εκδομένα τα προηγούμενα μέρη της, Χρονοδείκτες και Από την ύπαρξη στη συνύπαρξη. Κι ένα με θέμα: Ο Ερωτόκριτος και ο μίτος του (από την απόκρυψη  στη φανέρωση). Ακόμη και μια ολοκληρωμένη επανέκδοση του δοκιμίου μου Η κοσμολογική συνείδηση του Κάλβου, συμπληρωμένη, κατά τα προηγηθέντα, με πρόσθετα στοιχεία για τη θεωρία του Σύμπαντος. Και για ποίηση; Μια τελευταία πλακέτα, που θα τιτλοφορείται, κυριολεκτικά, Υστερόγραφα.



 



Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.