Γύρω από τον ιστορικό Καβάφη
Μια ανάγνωση του δοκιμίου του Σπύρου Βρεττού για τον ποιητή
Φρύνη Κωσταρά




Μια εξαιρετική μελέτη για το καβαφικό έργο κυκλοφόρησε μέσα στο καλοκαίρι (Ιούνιος 2015) (.poema..) εκδόσεις, σε μια καλαίσθητη, άρτια επιμελημένη έκδοση. Πρόκειται για το βιβλίο του Σπύρου Βρεττού με τον τίτλο Μια κάποια λύσις (3+1 δοκίμια για τον Κ. Π. Καβάφη). Αποτελείται από τέσσερα σύντομα δοκίμια για το καβαφικό έργο, τρία γραμμένα προσφάτως και ένα παλαιότερο, στα οποία ο συγγραφέας καταθέτει τις σκέψεις του και επιχειρεί να δώσει «μια κάποια λύση» σε διάφορα θέματα που αναδύονται από το καβαφικό έργο. Και τα τέσσερα κείμενα, στα οποία καταγράφονται ποικίλοι προβληματισμοί του συγγραφέα με εστίαση σε διαφορετικές πτυχές της καβαφικής ποιητικής, παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και πραγματικά αποτελούν αφορμή για εμβάθυνση στο έργο του ποιητή, τόσο για τον μυημένο στο καβαφικό έργο μελετητή όσο και για τον απλό αναγνώστη της καβαφικής ποίησης.

Ξεκινώ από το τελευταίο στην παρούσα έκδοση κείμενο, το οποίο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε αρκετά νωρίτερα από τα υπόλοιπα τρία, το 2002. Στο δοκίμιο αυτό, που τιτλοφορείται «Μια ''βαρβαρική'' περιδιάβαση στην ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα με αφορμή το ποίημα ''Περιμένοντας τους βαρβάρους''» (1898/1904), ο Βρεττός προβάλλει πτυχές του πολυπρισματικού διαλόγου που έχει αναπτυχθεί στη νεοελληνική λογοτεχνία ανάμεσα σε έργα νεότερων ποιητών και το συγκεκριμένο καβαφικό ποίημα. Ο Βρεττός παρουσιάζει την εξέλιξη του συμβόλου των βαρβάρων στη νεοελληνική ποίηση. Ενός συμβόλου, που έχει δεχθεί πληθώρα ερμηνειών από τους μελετητές. Στο καβαφικό ποίημα ο ερχομός τους αναμένεται ως λύτρωση από την παρακμή που έχει πλήξει την κοινωνία, η οποία βρίσκεται σε αδιέξοδο. Σεφέρης, Καρυωτάκης, Σικελιανός, Σινόπουλος, Αναγνωστάκης, Κατσαρός, Μαρκόπουλος, Καρούζος, Παπαδίτσας, Εγγονόπουλος, Σαχτούρης, Λεοντάρης, Δημουλά, Ρίτσος και Αγγελάκη-Ρουκ παρουσιάζονται στο συγκεκριμένο δοκίμιο να συνδιαλέγονται με τον Καβάφη με άξονα τις ποιητικές τους αναφορές στο θέμα των «βαρβάρων» και της «βαρβαρότητας», ιδωμένο από ποικίλες οπτικές. Ο Βρεττός προβάλλει ακροθιγώς διάφορες πτυχές αυτού του διαλόγου, δίνοντας το ερέθισμα στον αναγνώστη για περαιτέρω διερεύνηση των μεταξύ τους σχέσεων και εμβάθυνση. Ενας πραγματικά ενδιαφέρων διάλογος, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτός έως τις μέρες μας, καταδεικνύοντας την αντοχή του συγκεκριμένου ποιήματος στον χρόνο, αφού για πάνω από έναν αιώνα εξακολουθεί να παράγει καινούργιες σημασίες και να είναι επίκαιρο.

Και μιας και αναφερόμαστε στη διακειμενικότητα της καβαφικής ποίησης περνώ στο πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο του βιβλίου με τον τίτλο «Σεφέρης - Καβάφης: εφαπτόμενοι (μεταξύ χρησμού και ερμηνείας)». Για τη σχέση, βεβαίως, των δύο ποιητών, του μεταξύ τους διαλόγου και των παραπληρωματικών αντιστοιχιών του έργου τους, έχει χυθεί πολύ μελάνι. Οπως έχει επισημάνει ο Μαρωνίτης, «και οι δύο ποιητές αποδείχτηκαν, επιλεκτικά και στοχαστικά, αρχαιόμυθοι και μυθολογικοί, εγγράφοντας συγχρόνως τις ποιητικές και ηθικές αντιδράσεις τους στον ευρύτερο κύκλο της ιστορίας» (Δ. Ν. Μαρωνίτης, Το Βήμα, 22-09-1996). Μια από τις πτυχές προβολής των γεγονότων στα ιστορικά ποιήματά τους αποτελεί η χρήση σ' αυτά των χρησμών και της μαντικής, στην οποία εστιάζει εδώ ο Σπύρος Βρεττός. Μέσα από την παράθεση συγκεκριμένων παραδειγμάτων προβάλλει τη διαφοροποίηση των δύο ποιητών στον τρόπο χρήσης της συγκεκριμένης θεματικής αλλά και της κατάληξής της στο έργο τους: πρόκειται για τον «χρησμικό» Σεφέρη και τον «ερμηνευτικό» Καβάφη, όπως τους χαρακτηρίζει.

Δεν θα επεκταθώ στο τεράστιο βιβλιογραφικά θέμα της χρήσης και προβολής των χρησμών στο έργο των δύο ποιητών. Θα μείνω στο βασικό συμπέρασμα του συγκεκριμένου δοκιμίου ότι ενώ ο υπαινικτικός έως κρυπτικός Σεφέρης «χρησμοδοτεί» γύρω από την ιστορία, ο Καβάφης επιχειρεί να την ερμηνεύσει. Με τη χρήση της ειρωνείας στην ουσία καταργεί την έννοια του «μάντη», μετατρέποντάς τον σε «ιστορικό» πρόσωπο που γνωρίζει και δεν χρησμοδοτεί. Ο Καβάφης, δηλαδή, αντί της σεφερικής «χρησμοδοσίας» επιδιώκει την ερμηνεία των γινομένων, τη βασιζόμενη στην ιστορική γνώση. Έτσι, όπως επισημαίνει ο Βρεττός, όταν στην καβαφική ποίηση εκφέρεται ένας χρησμός (π.χ. «Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάσαι», Η Διορία του Νέρωνος), αυτός λειτουργεί ως ιστορικό συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει όποιος γνωρίζει την ιστορία της εξουσίας και της αλαζονείας των ηγετών. Η απάντηση, δηλαδή, που αναζητά ο Νέρων από το μαντείο δεν απαιτεί για τον Καβάφη χρησμό, αλλά ιστορική γνώση. Στην περίπτωση του ποιήματος «Μάρτιαι ειδοί» ο Βρεττός εστιάζει στο γεγονός ότι ο Καβάφης δεν χρησιμοποιεί τον μάντη Σπουρίννα, ο οποίος είχε ειδοποιήσει τον Καίσαρα «να φοβάται τις ειδούς του Μαρτίου» (τη μέρα που δολοφονήθηκε από τον Κάσιο και τον Βρούτο), αλλά τον Ελληνα σοφιστή Αρτεμίδωρο, ο οποίος δεν χρησμοδοτεί, αλλά γνωρίζει ακριβώς τι πρόκειται να συμβεί. Οδηγείται, μάλιστα, στην υπόθεση ότι αν ο Σεφέρης έγραφε το «Μάρτιαι ειδοί» θα κινιόταν αντίθετα με τον Καβάφη και θα στεκόταν στον μάντη Σπουρίννα κι όχι στο σοφιστή Αρτεμίδωρο. Και στο ποίημα «Εν πορεία προς την Σινώπην» ο Καβάφης χρησιμοποιεί έναν μάντη, τον οποίο στη συνέχεια με τρόπο ειρωνικό καταργεί. Ο μάντης στο εν λόγω ποίημα αποσύρεται στο μυστικό δωμάτιο, προκειμένου να χρησμοδοτήσει για το μέλλον του Μιθριδάτη, ωστόσο δεν μπορεί να διευκρινίσει ικανοποιητικά τα μελλούμενα (Κατάλληλη δεν είν' η μέρα σήμερα/ Κάτι σκιώδη πράγματα είδα. Δεν κατάλαβα καλά) και δια στόματός του συνεχίζει να μιλάει ο ίδιος ο ποιητής βάσει της ιστορικής του γνώσης. Ετσι, η φράση Φεύγε Μιθριδάτα στο τέλος του ποιήματος δεν είναι αποτέλεσμα της μαντικής τέχνης, αλλά μια αλήθεια που ως σώφρων άνθρωπος συμπεραίνει από τα μέχρι τώρα πεπραγμένα. Στη θέση αυτή του Βρεττού για τον «ερμηνευτικό» Καβάφη θα πρόσθετα την οπτική της τραγικής σοφίας του ποιητή, της σοφίας με τραγική διάσταση, αποκτηθείσας μέσα από μια σειρά επίπονων εμπειριών κι ενός έντονα βιωμένου ιστορικού χρόνου. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι πρώτα σοφός και έπειτα ποιητής. Η ποίησή του δεν είναι προϊόν οίστρου αλλά σοφίας. Ο Καβάφης υπογραμμίζει στο έργο του τη σημασία της σοφίας: «Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα/ ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν» θα πει στη γνωστή «Ιθάκη» του. Η καβαφική βιοθεωρία ως προς το θέμα της σοφίας συμπυκνώνεται περίφημα στο ποίημα «Σοφοί δε προσιόντων»:

Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων,
σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.
(Φιλόστρατος, Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον, VΙΙΙ, 7.

                        «Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
                        Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
                        πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
                        Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
                        αντιλαμβάνονται. Η ακοή
 
                        αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
                        ταράττεται. Η μυστική βοή
                        τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
                        Και την προσέχουν ευλαβείς.     Ενώ εις την οδόν
                        Έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί».

Για τον Καβάφη, επομένως, ο σοφός ως ιδιαίτερος ανθρώπινος τύπος, δεν συνταράσσεται από οίστρους μαντικούς και προφητικούς, αλλά εμμένει στη γνωστική σύλληψη της ιστορικής αλήθειας.

Και περνώ στα δύο τελευταία δοκίμια του βιβλίου, τα οποία αναφέρονται ευρύτερα στη σχέση του Καβάφη με την ιστορία. Το πρώτο με τον τίτλο «Για τον ιστορικό και πολιτικό Καβάφη» χωρίζεται σε τρία μικρότερα κείμενα, στα οποία θίγονται διάφορες πτυχές των ιστορικών έργων του ποιητή. Αρχικά ο συγγραφέας αναφέρεται στον τρόπο παραγωγής συγκίνησης των ιστορικών ποιημάτων του Καβάφη, παρά το γεγονός ότι τους λείπει η συγκινησιακή χρήση της γλώσσας, καθώς ο ποιητής χρησιμοποιεί συνειδητά πεζά και αντιποιητικά μέσα. Οπως επισημαίνει ο Βρετττός, το συναίσθημα στο καβαφικό ποίημα παράγεται εκ των υστέρων από το συνολικό ποίημα με κυρίαρχο συστατικό την ειρωνεία, την ξεχωριστή καβαφική ειρωνεία, που διατρέχει ολόκληρο το έργο του ποιητή και έχει οριστεί από τον Βαγενά ως ο μοναδικός τρόπος συνδυασμού λεκτικής και δραματικής ειρωνείας. Με τη χρήση της ο Καβάφης καταφέρνει να συγκολλήσει μοναδικά το εκάστοτε στεγνό αφηγούμενο ιστορικό περιστατικό, οδηγώντας στην ποιητική κάθαρση, η οποία παράγεται από τη διανοητική και συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη στην αποσυμπύκνωση της φειδωλά διατυπωμένης σε μια σύντομη έκφραση σκέψης. Το ποίημα, έτσι, όπως αναφέρει ο Βρεττός, μοιάζει να μην τελειώνει από τον ποιητή, αλλά από το ίδιο το ποίημα, που «αισθηματικοποιείται» γι' αυτόν και τον αναγνώστη, παράγοντας τη συγκίνηση με την ολοκλήρωσή του.

Ακολούθως ο συγγραφέας εστιάζει στη φιλοσοφική διάθεση του ποιητή απέναντι στην ιστορία, προβάλλοντας τη σκόπιμη προσπάθειά του να καταδείξει εαυτόν ως «ανιστόρητο». Συχνά, δηλαδή, ο Καβάφης, μολονότι φαίνεται προσκολλημένος στις ιστορικές πηγές, καταφέρνει να ελίσσεται ανάμεσά τους ως δήθεν «ανιστόρητος», επιχειρώντας να ανατρέψει κατά κάποιο τρόπο τη σοβαρότητα της ιστορίας, ισχυροποιώντας μ' αυτό τον τρόπο το ποίημά του μέσα σ' ένα ματαιωμένο γενικότερο πλαίσιο. Θα πρέπει, άλλωστε, να έχουμε γενικότερα υπόψη μας ότι ο Καβάφης μέσα από τις αναφορές του σε ιστορικά γεγονότα φιλοσοφεί, δεν προβάλλει ως αυτοσκοπό αυτό καθαυτό το γεγονός.

Στο τελευταίο μέρος του εν λόγω δοκιμίου ο Βρεττός αναφέρεται στον τρόπο που ο ιστορικός Καβάφης καταφέρνει να γίνεται και πολιτικός. Αν και στην καβαφική ποίηση δεν συναντούμε κατά τρόπο φανερό το ιστορικό παρόν, το σύγχρονο ιστορικό γεγονός, ωστόσο ο ποιητής πετυχαίνει μοναδικά, μιλώντας για το μακρινό παρελθόν, να κάνει πολιτική και να είναι επίκαιρος. Την πολιτική διάσταση της καβαφικής ποίησης έχει προβάλει ο Τσίρκας στο βιβλίο του «Ο πολιτικός Καβάφης» με συγκεκριμένες αναφορές σε σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της εποχής του ποιητή και αναλύει το έργο του υπό αυτό το πρίσμα. Στο βιβλίο του, επίσης, «Ο Καβάφης και η εποχή του» (1958) -παρά τις αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κανείς σε πολλά σημεία του- παρουσιάζει τεκμηριωμένα πόσο η καβαφική ποίηση δένεται με συγκεκριμένα σύγχρονα περιστατικά, προβεβλημένα κάτω από το μανδύα ενός μακρινού ιστορικού συμβάντος. Και ο Σαββίδης έχει σταθεί στο θέμα της πολιτικής αίσθησης στον Καβάφη, αναφέροντας ότι «από το 1919 έως το 1933, ο Καβάφης δημοσιεύει 69 ποιήματα, από τα οποία τουλάχιστον τα μισά μας μεταδίδουν την πολιτική αίσθηση του ποιητή» (Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά Α5, 1985, σ. 107). Η ιστορία, εν ολίγοις, στην ποίηση του Καβάφη δεν είναι μια άγονη επιστροφή στο παρελθόν ή ένας απλός σκηνοθετικός διάκοσμος· είναι η προέκταση και αντικειμενικοποίηση του συναισθήματος του Καβάφη, το οποίο είναι σύγχρονο. Τα ιστορικά πρόσωπα του Καβάφη είναι ζωντανά, έχουν οργανικό δεσμό με τον ποιητή, με την εμπειρία του, με την εμπειρία της γενιάς του.

Και θα κλείσω την περιήγηση αυτή στο καβαφικό έργο μέσα από τα δοκίμια του Βρεττού με το κείμενο που έχει τον τίτλο «Ο Καβάφης και η κίνηση της Ιστορίας». Σ' αυτό ο συγγραφέας υποστηρίζει την πίστη του ποιητή όχι στην ευθύγραμμη πορεία της Ιστορίας και το τέλος της, αλλά στην αέναη κίνηση και την κυκλική επαναφορά της, η οποία είναι αισθητή τόσο στα ιστορικά όσο και στα ερωτικά ποιήματά του. Μέσω της κυκλικής αυτής, επαναλαμβανόμενης ιστορικής πορείας ο ποιητής μπορεί να φιλοσοφεί και να γίνεται παραινετικός. Ο Βρεττός χαρακτηρίζει το καβαφικό έργο ως «ενιαίο κυκλικό αφήγημα». Προσθέτει, θα λέγαμε, στη γνωστή θέση του Σεφέρη περί της ενότητας του καβαφικού έργου, το οποίο «πρέπει να διαβάζεται και να κρίνεται όχι σαν μια σειρά από χωριστά ποιήματα, αλλά σαν ένα μόνο ποίημα εν προόδω -ένα work in progress» (Γ. Σεφέρης, Δοκιμές Α', 1984, σ. 328), την έννοια της κυκλικής επαναφοράς στο ενιαίο αυτό αφήγημα. Με έναυσμα τρία ποιήματα, το «Στα 200 π.Χ.», το «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» και τους «Νέους της Σιδώνος (400 μ.Χ.)», ο Βρεττός παρουσιάζει μέσα από μια πολύ ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία την έννοια της αέναης κυκλικής ιστορικής κίνησης.

Εν ολίγοις, ο Βρεττός, επιχειρώντας μια βαθύτερη και σε αρκετά σημεία ανατρεπτική ανάγνωση του καβαφικού έργου, επιτυγχάνει να μας παρασύρει μαζί του σ' ένα γοητευτικό ταξίδι στον καβαφικό κόσμο και να μας κάνει να ξαναθυμηθούμε ότι το καβαφικό έργο έχει πάντα κάτι καινούριο να αποκαλύψει στον προσεκτικό αναγνώστη του. Ενα καλογραμμένο, σύντομο βιβλίο, που διαβάζεται κυριολεκτικά απνευστί, αλλά και που σε κάνει να ξαναγυρίσεις αρκετές φορές πίσω στις σελίδες του, να ξαναδιαβάσεις κομμάτια του, να ξανασκεφτείς, να προβληματιστείς μαζί με τον συγγραφέα και σίγουρα να ανατρέξεις με δίψα στην πηγή του, στην αφετηρία του: το αστείρευτο καβαφικό έργο.

 

frinikostara@gmail.com







Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.