Μιχάλης Γκανάς
Από τα «ακαριαία» και τα «μονόξυλα» στις μονοκοντυλιές
'Aννα Κατσιγιάννη




Μιχάλης Γκανάς, γυναικών, μικρές και πολύ μικρές ιστορίες, Μελάνι, 2010, 2015

Η προσωδία της γυναίκας αποτελεί κεντρικό θεματικό άξονα στο πυκνογραμμένο -ποιητικό και πεζό έργο-ου Γκανά: η μητριά πατρίδα, η νεκρή μητέρα, η γυναίκα του πρωτομάστορα, η ερωμένη, η μοναχική γυναίκα, η ξένη γυναίκα του σπιτιού, η γυναίκα στην επαρχία, στην πόλη, στο γραφείο, στον υπολογιστή, η γυναίκα αναγνώστρια – ποιήτρια, η άπιαστη γυναίκα των ποιητών, η «Ξανθούλα» του Σολωμού, η γυναίκα που «φορά την ομορφιά της σαν πένθος» της Λευκής Μολφέση, επί των κυμάτων περιπατούσα «Κυμοθόη, έτσι έπρεπε να τη λένε» όχι Πηνελόπη, η υστερική γυναίκα· η θηλύτητα, η κομψότητα, όπως εκφράζεται στη μορφή της σκυλίτσας «Καρμέλας» που μιλά τη γλώσσα της αγάπης, η γυναικεία υπόσταση της βροχής («ψιχαλιστή, δαρτή, ποτιστική»), κ.ο.κ., είναι ορισμένες μόνο από τις όψεις της γυναικείας φύσης, που υφαίνει αριστοτεχνικά ο ποιητής και στη συλλογή Γυναικών, φιλοτεχνώντας μικροαφηγήσεις σαν μονοκοντυλιές.
Παλαιό και σύνθετο το θέμα των γυναικών στο έργο του Γκανά˙ στο καλειδοσκοπικό συγγραφικό του σύμπαν πλέκονται ε στίχο αλλά και «σε μικρές και πολύ μικρές ιστορίες». Τα θέματα του χρόνου, της φθοράς, του ύπνου ως θανάτου, της ομορφιάς, το βίωμα της οδύνης, της απώλειας, της επιθυμίας, το μείζον θέμα της αγάπης, η θηλύτητα της φύσης, αποδίδονται από το αφηγηματικό υποκείμενο, στη συλλογή Γυναικών, σε ποικίλες τονικότητες, σε τόνο δραματικό, ειρωνικό ή κωμικό, που αγγίζει ενίοτε και το γκροτέσκο.
Τα 16 σύντομα αφηγήματα της συλλογής αντιστοιχούν σε γυναικείους μικρόκοσμους και ποικίλλουν όσον αφορά στην αφηγηματική ανάπτυξη και οικονομία, αλλά και ως προς την ένταση· ειδολογικά κινούνται από το ποιητικό πεζό ως το διήγημα («Μυρωδιά βρεγμένης θάλασσας»), ενώ κορυφώνονται άλλοτε δραματικά, άλλοτε μέσω της τεχνικής της ανατροπής και άλλοτε, πάλι, το τέλος μένει ποιητικά ανοιχτό (το αφήγημα «Κυμοθόη έτσι έπρεπε να τη λένε» τελειώνει με την ένδειξη «Συνεχίζεται»).
Η μικρή αφήγηση ή ιστορία μπονσάι ή μικρομυθοπλασία, η «μικρή και πολύ μικρή ιστορία», για να επαναλάβω τον χαρακτηρισμό του συγγραφέα, αποτελεί ένα είδος πρωτεϊκό, υβριδικό, το οποίο αντιστέκεται σε κάθε είδους τυπολογική ταξινόμηση, καθώς βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση και εξέλιξη. Επίσης, είναι ευδιάκριτη η εκλεκτική συγγένεια που συνάπτειε άλλα συναφή μικρά είδη, π.χ., το επίγραμμα, το χάικου, το διήγημα, θα πρόσθετα ενίοτε και με το πεζόμορφο ποίημα, το πιο διαλογικό και δύσκολο είδος, που συναιρεί την ποίηση με την πρόζα, και το οποίο άλλοτε αφηγείται μια ιστορία, άλλοτε, όμως, στις πιο ευτυχισμένες στιγμές του, αντιστέκεται στην αναπαράσταση, καλλιεργώντας την ελλειπτική διατύπωση, με την τεχνική της υποβολής και της αφηγηματικής οικονομίας˙ το τέλος μένει ανοικτό (open end). Το είδος αυτό δοκιμάστηκε σε πολλές τεχνοτροπίες και έγινε αντικείμενο ποικίλων ιδεολογικών χρήσεων, αναπτύσσει δε έναν διάλογο και με τις άλλες καλές τέχνες, κυρίως τη ζωγραφική και τη μουσική. Ο Γκανάς, ως ποιητής, δεν θα μπορούσε παρά να εμβολιάσει με ποιητικότητα τα πεζά του. Η ποιητικότητα ανιχνεύεται, π.χ., στην πυκνότητα, στη ρητορική, στον ρυθμό, στον τόνο, στην ειρωνεία, αλλά και, από αφηγηματική άποψη, στο ενίοτε ανοικτό τέλος του αφηγήματος. Ανιχνεύεται, επίσης, στο βλέμμα του αφηγητή πάνω στα καθημερινά στιγμιότυπα της ζωής.
Κάποια από τα θέματα της ποίησής του ο Γκανάς τα επανεπεξεργάζεται στη δυναμική φόρμα του μικρού πεζού, κλείνοντας το μάτι στον προσεκτικό αναγνώστη, ο οποίος προσλαμβάνει πλέον το σύνολο του έργου ως ένα work in progress, όπου τα είδη συγχωνεύονται και συμπλέκονται στο μετανεωτερικό πλαίσιο παραγωγής και εξέλιξής τους. Στο αφήγημα, λ.χ., με τίτλο «Κοιτάζει τα χέρια της», που αποτελεί ένα από τα πιο ευρηματικά πεζά του βιβλίου, το αφηγηματικό υποκείμενο αναπαριστά την αναπότρεπτη φθορά και τη συμφιλίωση με αυτήν μέσα από το αίσθημα της αγάπης και της τρυφερότητας που βιώνει μια ηλικιωμένη γυναίκα (στο γηροκομείο) για τα κουρασμένα, λυπημένα, άνεργα, γεροντικά της χέρια. Παράλληλα με την ανάγκη για τρυφερότητα και χάδι αναδύεται, ωστόσο, και το αίσθημα της ενοχής:
Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. […] Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.[…] Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.[…].
Τα χέρια προσλαμβάνουν ποικίλες διαστάσεις στην ποίηση του Γκανά: το χέρι της μοίρας (ο αντίχειρας του Θεού, «Ναυάγιο», Ακάθιστος Δείπνος, 1978˙ αόρατο το χέρι που ξηλώνει, Παραλογή, 1993)˙ τα νεκρά χέρια (εδώ κοιμίζουνε τ’ αρθριτικά τους χέρια/ η κυρά-Λένη η κυρά-Μαρία…, «Ναυάγιο», τα χέρια σου καθώς ανηφορίζουνε/για την οπή της μέρας, «Ο ύπνος», Ακάθιστος Δείπνος, 1978˙ Τα χέρια σου τα κέρινα/ η Παναγιά εκράτη˙ τα χέρια της μάνας - και μόνο από τη χούφτα σου/ σπυρί χαράς επήρα, «Νοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού», Γυάλινα Γιάννενα, 1989)˙ η «ροζιασμένη παλάμη» της μάνας πάνω στη φθαρμένη κόμη του άνδρα («Τριχόπτωση», Τα μικρά, 2000)˙ τα αμαρτωλά ερωτικά χέρια (κι εμείς με χέρια τέσσερα/μάτια που δεν κοιτάζονται/κι αν ατακτούν το μετανιώνουν/ προσηλωμένοι στη ροή/σ’ αυτό το νήμα μέθης/που μας έδενε σαν λώρος/ αλλάζοντας τον άρτο και τον οίνο των σωμάτων/σε μετάληψη˙ τα ενοχικά χέρια, Αυτά τα χέρια με κοιτούν/ με δείχνουνε τις νύχτες./Με πυροβολούν, Παραλογή, 1993)˙ η γραφή, το χέρι του αφηγητή που βγαίνει στους κήπους για να ιστορήσει τα πικρά μετερίζια τόσων και τόσων κοριτσιών, που πολύ αγάπησαν, πολύ κέντησαν, πολύ τραγούδησαν, και πολύ τις καμάρωσαν οι δικοί τους, πριν κλείσουν καλά τα παράθυρα και μείνουν όλα απ’ έξω˙ Το χέρι μου βγαίνει στους κήπους μετά, γράφει στα Μαύρα λιθάρια, 1980)˙ το χέρι του άλλου, περασμένο γύρω από τη μέση της κοπέλας («Μυρωδιά βρεγμένης θάλασσας»˙στο πεζό αυτό ο ποιητής διαλέγεται  με στίχους του Ουράνη: Γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι/με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο), κ.ο.κ.
Εστιάζοντας στην αφηγηματική εκφορά του λόγου, παρατηρούμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γκανάς δοκιμάζει να εκφραστεί στη μικρή φόρμα. Διατρέχοντας τα ποιήματά του διαπιστώνει κανείς ότι, εκκινώντας από τα «ακαριαία» και τα αφοριστικά «μονόστιχα», όπως τα ονομάζει, αποτυπώνει τον λιτό, πυκνό, στοχαστικό του λόγο σε επιγράμματα, ελεύθερα χάικου ‒κυρίως στη συλλογή Τα μικρά (2000)– όσο και σε πεζόμορφη αφήγηση κατόπιν, στον Ύπνο του καπνιστή (2003). Στην τελευταία μάλιστα συλλογή οι στίχοι συμπλέκονται και διαλέγονται με το πεζό. Στα μικρά τούτα ποιητικά πεζά που εκτείνονται από το πεζόμορφο ποιητικό αφήγημα ως το διήγημα, επανέρχονται, όπως ειπώθηκε, πολλά από τα προσφιλή ποιητικά θέματα του Γκανά, η Κυμοθόη,  η Καρμέλα, η βροχή, τα χέρια, η αγάπη, κ.ά. Το στοιχείο που διαφοροποιεί τα πεζά, στη συλλογή Γυναικών, εκτός από τη συνεκτική τους θεματική, είναι ότι λειτουργούν ως ακαριαία στιγμιότυπα, με έντονα φωτογραφική, εικαστική και κινηματογραφική διάσταση˙ ακαριαίες αποτυπώσεις της ευαισθησίας συναντούμε στην ποίηση του Γκανά ήδη από την πρώτη ποιητική του συλλογή («Ακαριαία», Ακάθιστος δείπνος, 1978).  Oπως και στο υπόλοιπο έργο του, στην πεζή μικροαφήγηση εγκιβωτίζονται στίχοι από την έντεχνη και τη δημοτική ποίηση, ενώ θεματοποιείται παράλληλα η προφορικότητα (βλ., λ.χ., τον τρόπο με τον οποίο εγκιβωτίζεται το τραγούδι «Δεν περνάς κυρα-Μαρία» στο ομότιτλο αφήγημα).
Ο διακειμενικός και ο διακαλλιτεχνικός διάλογος με ποιητές, πεζογράφους και ζωγράφους είναι ιδιαίτερα δημιουργικός στη συλλογή Γυναικών και επιτυγχάνεται με τη χρήση του μότο ή την ενσωμάτωση στίχων και εικόνων από άλλους τεχνίτες: τη Λευκή Μολφέση, τον Ουράνη, τον Σολωμό, τον Εμπειρίκο, τον Eντγκαρ Λη Μάστερς, τον μυτιληνιό ζωγράφο Ορέστη Κανέλλη, τον αναγεννησιακό ζωγράφο Aλμπρεχτ Ντύρερ, κ.ά.    
Ο συγγραφέας επιχειρεί έναν διάλογο των εικόνων και των τεχνών μέσα από την αισθητική της αφηγηματικής βραχύτητας. Στο πεζό, για παράδειγμα, με τίτλο «Γηραιά κυρία με υπέργηρο σκύλο», περιγράφει ‒με τη λογοτεχνική βέβαια γλώσσα‒ τη δυνατότητα απόδοσης μιας ρεαλιστικής εικόνας σε μιαν άλλη γλώσσα· ο αφηγητής φωτογραφίζει με το κινητό του την πραγματική εικόνα της κουρασμένης κυρίας με τον σκύλο και προβάλλει αργότερα τη γλώσσα της φωτογραφίας σε μια τρίτη γλώσσα, τη γλώσσα του υπολογιστή. Γράφει χαρακτηριστικά: «Από την οθόνη του κινητού στην οθόνη του λάπτοπ η κούρασή τους μεγεθύνεται ιλιγγιωδώς.» Αναγνωρίζεται πλέον στην οθόνη ένα άλλο “βλέμμα” που δεν ταυτίζεται με εκείνο που πηγάζει από το ανθρώπινο μάτι.
Στο πεζό, με τίτλο «Κάθεται μπροστά στον υπολογιστή», ο αφηγητής βλέπει, μέσα από τις ανοιγμένες περσίδες του γραφείου του, την εικόνα μιας καλλίγραμμης ξανθής γυναίκας καθισμένης σε καρέκλα SATO˙ η ρεαλιστική εικόνα της κοπέλας που ξενυχτάει μπροστά στον υπολογιστή δουλεύοντας για μια διαφημιστική εταιρεία (αν και ο αφηγητής τη φαντάζεται θεόγυμνη), προβάλλεται πάνω στον «κάνναβο» του Ντύρερ υποβάλλοντας το περίφημο έργο του «Μελαγχολία». Κατ’ αυτό τον τρόπο, μέσα από τον διάλογο των εικόνων, διαστέλλεται δραστικά ο χωροχρόνος. Η προβολή της μιας καλλιτεχνικής γλώσσας, εν προκειμένω της λογοτεχνικής, πάνω στην εικαστική γλώσσα διευρύνει τον συμβατικό ρεαλιστικό τρόπο απόδοσης του ορατού.
Ο διάλογος εικόνων και γλωσσών, ο τρόπος με τον οποίο αντανακλώνται τα συναισθήματα των χαρακτήρων σε άλλες καλλιτεχνικές γλώσσες, σε κινηματογραφικές ή εικαστικές αναπαραστάσεις, είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της αφήγησης. Ο Μυτιληνιός νέος του Κανέλλη, κοιτάει μέσα από τον πίνακα συνέχεια την κατάκοπη από τις καθημερινές δουλειές  γυναίκα, μητέρα «όπου πάει κι ό,τι κάνει, με τα χέρια στο φαρδύ ζωνάρι της μέσης και μια ψάθα στο κεφάλι, με δύο ήμερα μάτια σαν ελαιώνες το σούρουπο, […] στέκει περίλυπος απέναντι από τη βιβλιοθήκη, κοιτάζοντας τον όγκο τόσων αδιάβαστων βιβλίων.» («Κυριακή βράδυ, δεν έχω πού να πάω»). Η οικονόμος του σπιτιού μετά τις δουλειές «πίνει το καφέ της αργά, […] προσηλωμένη στον πίνακα που κρέμεται στον απέναντι τοίχο, πάνω από έναν τριθέσιο καναπέ. Απ’ όταν κρεμάστηκε αυτός ο πίνακας εδώ, θα ’ναι 4-5 χρόνια, πίνει τον καφέ της μαζί του, κάθε Πέμπτη μεσημεράκι. Δεν ξέρει αν του κάνει παρέα ή της κάνει εκείνος, αλλά περνάει καλά μαζί του.» («Όλο το σπίτι δικό της», αφιερωμένο στον Σωτήρη Σόρογκα).
Στον πεζό αφηγηματικό λόγο του Γκανά η ποιητικότητα συγχωνεύεται με τον ρεαλισμό˙ η αναπαραστατική εικονοποιητική διάσταση του λόγου διαλέγεται δημιουργικά με την εικαστική, κινηματογραφική, ηλεκτρονική ή πολυμεσική αναπαράσταση. Ο διακειμενικός και διακαλλιτεχνικός διάλογος, η ανίχνευση στοιχείων ποιητικότητας στην αριστοτεχνική ρεαλιστική αφήγηση, το ψυχολογικό βάθος και η επανεπεξεργασία σε πεζογραφική φόρμα κάποιων οικείων στην ποίηση του Γκανά θεματικών μοτίβων, εντάσσουν τα μικρά τούτα πεζά στα σημαντικά κείμενα του ετερογενούς και αντιστεκόμενου σε ταξινομήσεις λογοτεχνικού είδους της μικροαφήγησης.    

--------------------------------------------------
1. Η γυναίκα άδειο πουκάμισο· η Ισμήνη («Περιπολία», Ακάθιστος Δείπνος, 1978)· η τρελή γυναίκα· τα «πικρά μετερίζια τόσων και τόσων κοριτσιών, που πολύ αγάπησαν, πολύ κέντησαν, πολύ τραγούδησαν, και πολύ τις καμάρωσαν οι δικοί τους, πριν κλείσουν καλά τα παράθυρα και μείνουν όλα απ’ έξω» (Μαύρα λιθάρια, 1980)· η ερωτευμένη απογοητευμένη γυναίκα, η σύζυγος, η σύντροφος, η μάνα (Γυάλινα Γιάννενα, 1989)· η γυναίκα του αδελφού (Παραλογή, 1993)· η γυναίκα στην Άψινθο, 2012), κ.ο.κ.
2. Ιστορίες Μπονζάι δημοσιεύει συχνά το Πλανόδιον· το είδος, ως γνωστόν, εισήγαγε στα νεοελληνικά γράμματα ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης με το «Πίστομα». Η συστηματική καλλιέργειά του στη φρενήρη, ηλεκτρονική εποχή μας αποτελεί αντικείμενο έρευνας της Δήμητρας Ι. Χριστοδούλου, «Η μικρομυθοπλασία (minifiction, flash fiction, minificciòn) ως πολιτισμικό φαινόμενο: μελέτη για ένα νέο διεθνές κι εθνικό είδος λόγου», Μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού Παντείου Πανεπιστημίου (2013). 
3. Κική Δημοπούλου, «Για τις μικροαφηγήσεις», Σελιδοδείκτες. Οδηγός για την ανάγνωση της λογοτεχνίας, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, επιμέλεια Βασίλης Βασιλειάδης – Κική Δημοπούλου, Θεσσαλονίκη 2015, 43-52 (ανοιχτή πρόσβαση)˙ Βλ. ακόμη, Γιώργος Ν. Περαντωνάκης, «Η μικρή φόρμα αντιστέκεται στην επικράτεια του μυθιστορήματος», ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος, τεύχος 40-41 (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2016)˙ κριτική παρουσίαση του θεματικού κύκλου για τη μικρή φόρμα που οργάνωσε το βιβλιοπωλείο Πολύεδρο, στην Πάτρα˙ [Κατερίνα Κωστίου, «Ένα βήμα για τις συγγραφικές μας ανησυχίες: “Η βιβλιοθήκη μόλις είχε ανοίξει”», @up, τεύχος 28, Νοέμβριος 2016, 6, https://www.upatras.gr/sites/www.upatras.gr/files/magazine/pdf/up28.pdf
4. Mιχάλης Γκανάς, Ποιήματα 1978-2012, Μελάνι, 2013.



Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.