Ηλίας Κεφάλας
Περί άλλων και της αέρινης αυτοκρατορίας




Η ΑΕΡΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Περνούσα και απλά συνέβαιναν:

Δυο αγόρια φιλονικούσαν στη μέση του δρόμου
Βάζοντας διαχωριστικές γραμμές στα παιχνίδια τους
Στο ανοιχτό παράθυρο του δευτέρου ορόφου
Μία γυναίκα με μεθοδευμένη επιμονή
τίναζε τα λευκά σεντόνια της
Η μυγδαλιά υπάκουη στον άνεμο
Αφηνε ἐλεύθερα τα ανθάκια της να πέσουν στο χώμα
Ο χειμώνας έφευγε σιγά σιγά
Και η άνοιξη χωρίς να ρωτά κανέναν
Εγκαθίδρυε την αέρινη αυτοκρατορία της

Κι εγώ -απίστευτο- χωρίς να γνωρίζω τίποτα
Εβλεπα και κατέρρεα

 

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ

Πατούσα μέσα στις μεγάλες λακκούβες του δάσους
Γεμάτες με τα θολά νερά της βροχής
Διάφανες πεταλούδες αναστατώνονταν και χόρευαν απελπισμένες
Μη βλέποντας διέξοδο σωτηρίας πουθενά
Φυλακισμένες έτρεμαν μπροστὰ σὲ ἀόρατες παγίδες 
Και συνωθούμενες σε μια φανταστική έξοδο πετάριζαν
Ενώ αντίλαλοι μαγικοί και κρυστάλλινοι
Ξεσηκώνονταν από απρόσμενες εστίες της σκοτεινιάς
Και επέτειναν τον τρόμο
Θυμάμαι γιατί συμμετείχα κι εγώ
Στους ξαφνιασμένους και διαπεραστικούς υπέρηχους του δάσους
Θυμάμαι γιατί γινόμουν η λεπτή χροιά ενός αδόκιμου φόβου
Που διαρκούσε ύστερα για νύχτες και ατελείωτους εφιάλτες

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Σιωπηλό ήταν τὸ σούρουπο και πλανιόμουν στην επιφάνειά του
Σαν το φύλλο που λικνίζεται πάνω στο ήσυχο νερό
Και δεν φοβάται το βύθισμα

Μα όταν χτύπησε βαριά η καμπάνα ραγίζοντας το σύθαμπο
Και απόσωσε κοπιαστικά την υποβλητικὴ φωνή της
Η σιωπή έγινε πιο κοφτερή και με παρέσυρε στα βάθη της
Ξεσηκώνοντας λαίμαργους στροβίλους
Και αβυσσαλέους μαύρους καταπιώνες

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Ψιλή βροχούλα έπιασε και το δέντρο κατηφορίζει στην πλαγιά
Μόλις η βροχή σταματάει το δέντρο ξαναβρίσκεται ακίνητο στη θέση του
Ω πόσα θαύματα κινητικότητας μέσα στὴ θαμπὴ νεροποντὴ

Αραγε μόλις χιονίσει στο βουνό κι ασπρίσει ἡ νύχτα
Το δέντρο θα επιχειρήσει ένα πιο μακρινό ταξίδι;
Αν πιαστώ απ' το γυμνό κλαδί του θα με πάρει μαζί του
Μέσα στα φάσματα της ονειρικής αυτής εκδρομής
Μέσα στις αχτίδες της στρεβλής πραγματικότητας;

 

ΦΩΝΕΣ

Φωνές παλιές αόριστες ακούγονται
Ενώ εικόνες βουλιαγμένες στην παραίσθηση
Ξεθαμπώνουν και ανέρχονται

Ιδού το τρένο σταματημένο για πάντα
Στη μέση του πλημμυρισμένου κάμπου
Κανείς δεν κατέβηκε για σένα
Τα νούφαρα ματαίως ανθίσαν στη λίμνη
Κι εσύ βιάζεσαι
Ομως το τρένο
Δεν πρόκειται ν' αναχωρήσει ποτέ ξανά
Θα μείνει εκεί καρφωμένο στη μνήμη
Με τα νούφαρα και τα θολά νερά
Και με τις πένθιμες λεύκες να σείονται
Στην άκρη του δρόμου

 

hlkef@otenet.gr







Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.