Adrián González da Costa
Στα δεσμά του πεσιμισμού
μτφρ.: Βιργινία Χορμοβίτη




Ο Adrián González da Costa γεννήθηκε το 1979. Η  μητέρα του είναι από την Αγκόλα και ο πατέρας του Ισπανός. Σπούδασε στη Σεβίλλη κι εργάζεται ως καθηγητής Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας στην Ανδαλουσία (Ισπανία). Το 2002 έλαβε το σημαντικό βραβείο ποίησης Adonáis για το βιβλίο Rua dos douradores, ενώ έναν χρόνο αργότερα τιμήθηκε επίσης με το βραβείο Ópera prima της ανδαλουσιανής κριτικής. Το 2012 του δόθηκε το διεθνές βραβείο Ισπανικών Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης για το βιβλίο Por el sueño afuera.

Τα ποιήματα του πρώτου μέρους του βιβλίου Rua dos Douradores δεν είναι παρά ένας εσωτερικός μονόλογος. Μια κραυγή απέναντι στον πόνο και τη θλίψη που προκαλούν στον ποιητή η πραγματικότητα και η καθημερινότητα που τον περιβάλλουν.
 
(…) Η κατάρα μιας γριάς τσιγγάνας/ έχει καταδικάσει τη ζωή μου στα δεσμά/ του πεσιμισμού (...) Αμφιβάλλει, υποφέρει, επιθυμεί, αναμένει. Πάντα αναμένει κάτι. Κάτι που, ίσως, κι ο ίδιος δεν ξέρει τι είναι, γιατί δεν ζει, ή τουλάχιστον δεν ζει τη ζωή που θα ήθελε. Η μονοτονία των καταστάσεων και το ανικανοποίητο τον κάνουν να εξυψώνει τη ματαιότητα των πάντων. Μοιάζει με ζωντανό νεκρό. Είναι ένας απλός παρατηρητής των καταστάσεων, αδύναμος να βρει τη θέση που του αναλογεί στον κόσμο. Χάνεται στον λαβύρινθο του εαυτού του. Στον λαβύρινθο του εγώ ή των εγώ που τον βασανίζουν, που βασανίζουν την ύπαρξή του. Παρ' όλο το νεαρό της ηλικίας, όταν έγραφε τα συγκεκριμένα ποιήματα, η ψυχή του είναι γερασμένη.

Κάθε απόγευμα γερνάω. (VII)
Η θλίψη γίνεται κόμπος στον λαιμό αφού η προσωπική έκφραση και επικοινωνία είναι δύσκολη.
Μου σφίγγει τον λαιμό αυτή η θλίψη
. (XII)

Ο λαιμός είναι το όργανο και το μέσον της έκφρασης και της επικοινωνίας, της δημιουργίας. Είναι η γέφυρα που συνδέει το φυσικό επίπεδο με το πνευματικό. Κι ο ποιητής δεν είναι σε σύνδεση με την πνευματικότητά του. Αυτό είναι ορατό και στο ότι αναζητά την ευτυχία έξω από αυτόν, στους άλλους και όχι μέσα του. 

Μακάρι να 'χα ό,τι οι άλλοι. (XI)

Και

Είμαι μόνο, ..., /
μια βαλίτσα με τα ρούχα άλλου
. (XII)

Τα ερωτήματα που θέτει δεν απευθύνονται μόνο σε αυτόν αλλά και στους άλλους, αναμένοντας ένα είδος απάντησης ή βοήθειας. Η χαμηλή του αυτοεκτίμηση τον μετατρέπει σε σκληρό αλλά και ειρωνικό κριτή.

Κι εγώ δεν αξίζω, σήμερα, ούτε γι' αυτό. (IX)

Και

Μακάρι να 'μουν θετικός άνθρωπος 
και να σταματήσω να γράφω, χάνοντας τον χρόνο.
(XIX)

Ο ποιητής έχει συνειδητοποιήσει την κατάστασή του. Επιασε πάτο. Όμως αυτή η περίοδος είναι εφήμερη γιατί θα τον οδηγήσει στην απελευθέρωση και στην αλλαγή, όπως ο ίδιος, σοφά, γράφει στους ακόλουθους στίχους:

ΔΙΑΘΕΣΗ να ξεράσω όλη τη ζωή μου. (...)
Θα μπορούσα εγώ, με μια πράξη εκούσια,
συνειδητά εκούσια και σταθερή,
απελευθερωτική, να πετάξω από μέσα μου (...)
Θέλω να διώξω από μέσα ό,τι με πονάει,
Να αδειάσω μέσα μου, να ξεράσω.
( ΧΙΙ )





III

ΑΝΑΜΕΝΩ ένα σημαντικότατο τηλεφώνημα.
Ενα τηλεφώνημα πράγματι επείγον.
Εδώ και τόσα χρόνια το αναμένω.

Μετά τόσα χρόνια με την ιδέα
να σκάβει κάτω από το δέρμα μου,
θα 'πρεπε να 'χω συνηθίσει λίγο.
Κι, ωστόσο, ιδρώνω όπως ιδρώνει
η νύφη στον βωμό, λευκή και μόνη.

Νευρικός, σηκώνομαι από την καρέκλα
και περπατώ, νευρικός, στο δωμάτιο.
Αν θέλουν να μου τηλεφωνήσουν, γιατί δεν τηλεφωνούν;
Κοιτώ το τηλέφωνο συνεχώς.
Ξανά και ξανά, κοιτώ προς το τηλέφωνο.

 


IV

ΟΛΗ μου τη ζωή πρόσμενα κάτι,
έχω γεράσει σε μιαν αιώνια παραμονή.
Και τώρα, κοιτώντας πίσω, αναρωτιέμαι
πού είναι τα όνειρα που δεν είχα,
πώς να αναπληρώσω τον χρόνο, τόση
απώλεια.

Σήμερα είναι μια νέα ημέρα αυτή του θριάμβου μου,
λέω. Και πείθομαι και ηρεμώ.
Και μένω σκεφτικός, δίχως να σκέφτομαι,
πως έχω ζήσει ίσως δίχως να ζω
-δίχως να ζω να σκέφτομαι να πιστεύω-, σε τίποτα.

 

VI

ΜIA τσιγγάνα θέλησε να μου δώσει κάτι.
Και δεν το αγόρασα.
Τόσο μεγάλα μπορεί να είναι τα λάθη μας.
Και χάθηκα.

Η κατάρα μιας γριάς τσιγγάνας
έχει καταδικάσει τη ζωή μου στα δεσμά
του πεσιμισμού, του θλιμμένου γέλιου.
Τίποτα δεν μου πάει καλά. Και δεν σκέφτομαι,
στον εσωτερικό βυθό του πόθου μου,
κάτι που δεν μπορώ να ικανοποιήσω.

 

VII

ΘΕΛΗΣΑ ν' αρπάξω από το ένα πόδι
την ημέρα, που πηδούσα τον τοίχο
κλέβοντας τους καρπούς των δέντρων.
Μάταια της φώναξα ξαφνικά
και, μάταια, είπα τόσα πράγματα.

Μένει τόσο άδειο το περιβόλι
-ή αυτή είναι η εντύπωσή μου-, πιο στεγνή η στάμνα,
καθώς έρχονται και φεύγουν οι ημέρες.
Καθώς έρχονται
και φεύγουν οι ημέρες.

Δε ξέρω κανέναν από τον οποίο να ζητήσω βοήθεια.
Και κάθε απόγευμα γερνάω.

 

IX

ΟΙ μικρές καθημερινές δυστυχίες,
οι συχνές αγωνίες, ημέρα με την ημέρα,
μου κατατρώγουν το συκώτι,
μου αφήνουν μέσα ένα κενό.
Γιατί συμβαίνει να κουράζομαι μερικές φορές,
όπως ο γέρος στην τεράστια σκάλα,
κι αναρωτιέμαι αν θα 'χα τελικά
το θάρρος, τη θέληση να γκρεμιστώ.

Το θάρρος, τη θέληση να γκρεμιστώ.
Ομως και γι' αυτό πρέπει να αξίζεις,
κι εγώ δεν αξίζω, σήμερα, ούτε γι' αυτό.

 

XI

Η καρδιά μου είναι μια δημόσια πλατεία
όπου κοιμούνται τη νύχτα οι ζητιάνοι.
Φύγε, μην γυρίσεις πια σ' αυτή τη γειτονιά.
Ξέρεις τι λένε ήδη γι' αυτόν τον κόσμο.

Στο παράδοξο και στην αντίθετη θέληση,
ζω ξαφνικά με πρόθεση αντίστροφη.
Χθες ήταν ένας ζητιάνος με θλιμμένα μάτια
που ζητιάνευε στην πόρτα μιας εκκλησίας
- όλος αυτός ο κόσμος έχει τη ψυχή θλιμμένη
και ζητιάνα στην πόρτα μιας εκκλησίας.
Αυτό το πρωί ξύπνησα μισώντας
ειλικρινά όλους αυτούς τους φτωχούς.
Εγώ, που ποτέ δεν σχεδίασα τίποτα
που θα μπορούσε να βλάψει τους άλλους,
όχι από φόβο να τους βλάψω, αλλά
γιατί ποτέ δεν σχεδίασα τίποτα.
Εγώ, που δεν ξέρω τι να κάνω με τη ζωή μου,
και ζω μόνο για λόγους φυσικούς,
σαν μια πέτρινη ρόδα, και κάτω η άβυσσος.

Εγώ, που δεν έχω καμιά
προσωπικότητα, σαφή ή ασαφή.
Εγώ, που ζητώ συγγνώμη για κάθε τι:
θα 'μαι πιο φτωχός, ή είμαι χειρότερος;

Μακάρι να 'χα ό,τι οι άλλοι.
Μακάρι να 'χα, κατά κάποιον τρόπο,
αυτό που έχουν όλοι οι άλλοι
δίχως να καταλαβαίνουν καλά αυτό που έχουν.
Οπως ο κουλός παρατηρεί αυτόν που γράφει,
κι ο κουτσός όποιον περπατά, έτσι κι εγώ
παρατηρώ τους άλλους. Και τους ζηλεύω.

 

XII

ΔΙΑΘΕΣΗ να ξεράσω όλη τη ζωή μου
από μια κακή πέψη της ψυχής.
Θα μπορούσα εγώ, με μια πράξη εκούσια,
συνειδητά εκούσια και σταθερή,
απελευθερωτική, να πετάξω από μέσα μου
ό,τι δεν είναι δικό μου: τη μνήμη.

Εσφαλα στις πιο απλές αποφάσεις.
Εχασα τις πιο όμορφες ελπίδες.
Μπέρδεψα την πόρτα στο μέλλον μου.
Και τώρα, σήμερα, ενώ γράφω αυτό
στα εικοσιτέσσερά μου χρόνια, είμαι μόνο,
είμαι μόνο η μοίρα που μου έχουν δώσει,
η συνέπεια αυτού που δεν έκανα,
μια βαλίτσα με τα ρούχα άλλου.

Θέλω να διώξω από μέσα ό,τι με πονάει,
να αδειάσω μέσα μου, να ξεράσω.
Μου σφίγγει τον λαιμό αυτή η θλίψη
του προκαλεί φυσικές αναγούλες η ψυχή.

 

XV

ΣΤΗΝ άλλη πλευρά, πάντα στην άλλη πλευρά,
ακούω φωνές, τρέξιμο, μουσική.

Θα πρέπει αναμφίβολα να περνάνε καλά
μέσα. Τους ακούω κάθε στιγμή, γέλια
όπως του εύθυμου ανέμου ανάμεσα στα δέντρα
ενός φραγμένου περιβολιού, κάθε στιγμή.

Δε ξέρω τι να κάνω για να πηδήξω τον τοίχο.
Και δεν ξέρω τι να κάνω για να μην ακούω τις φωνές.
Εχω φθάσει να σκέφτομαι, τη δυστυχία μου,
αν αυτός ο απέραντος τοίχος που τους περιβάλλει
δεν θα περιλάμβανε και μένα, μαζί μου.
Κι ο μόνος φυλακισμένος είμαι εγώ.
 


XVIII

ΣΤΙΣ πιο μεγάλες νύχτες του φθινοπώρου
όταν η βροχή σιωπά στη μικρή πλατεία
κι η σιωπή, όπως ένα ζωάκι,
ξαναροκανίζει τα παγκάκια και τις λεύκες,
λαχταρώ να πιστέψω, ειλικρινά,
στον Θεό, σε κάποιον, σε κάτι.

Λαχταρώ να πιστέψω ειλικρινά.
Πρέπει να βρω νόημα στη νέα ημέρα.
Αυτή είναι το μεγάλο μου καθήκον τη νύχτα:
τι να κάνω και τι να μην κάνω, αν ξυπνήσω.

 

ΧIX

ΠΡΕΠΕΙ να σκέφτομαι θετικά.
Πάντα θετικά, πάντα.
Σκεπτόμενος θετικά,
κάθε ήττα αποκτά μια καλή πλευρά,
κάθε αποτυχία οδηγεί προς το καλύτερο
και τα προβλήματα είναι χρήσιμες συμβουλές
για ένα αύριο, πάντα θετικό.

Αν μας νικήσει στον καβγά ο νεαρός,
πρέπει να σκεφτούμε θετικά.
Αν κάποιος δεν καταφέρνει να βρει καπνό
πρέπει να σκεφτεί θετικά.
Αν τα προβλήματα είναι σκληρά αινίγματα,
πρέπει να σκεφτούμε θετικά.
Πάντα θετικά, όπως
οι ζητιάνοι κι οι φτωχές μητέρες.

Θετικά, Θεέ μου, θετικά!
Μακάρι να 'μουν θετικός άνθρωπος
και να σταματήσω να γράφω, χάνοντας τον χρόνο.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://poema.gr/poem.php?id=342&pid=28



Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.