Ελενα Παλλαντζά
Το στήθος ως βούληση




Σαν Aβελ ή Κάιν

Μικρά
βιαζόμουν ν' αρρωστήσω κι εγώ
για να μας βάλει η μητέρα στο ίδιο δωμάτιο
στον χλωμό κύκλο του κομοδίνου
κάτω από τη λάμπα.
Η λάβα
ανεβοκατέβαινε
στο κοντάρι του υδράργυρου σαν παλίρροια.
Η ασπιρίνη
έγραφε
με την κιμωλία της κάτι στη γλώσσα,
τα στυμμένα πανιά στη λεκάνη είναι έμβρυα σου έλεγα.
Εκλεινες πάντα απότομα τον διακόπτη.

Γινόσουν πρώτα εσύ καλά.
Μετακόμιζες στο άλλο δωμάτιο.
Μένοντας στο κλειστό κενό
σ' άκουγα
να γυρνάς αλώβητος
από τον πετροπόλεμο του σχολείου
και να κλοτσάς τα μεσημέρια σου στον διάδρομο
σαν φαγωμένες κονσέρβες
μέχρι το σύνθημα του απέναντι
το κολλητικό γέλιο
τα ποδήλατα γύρω γύρω
όλο αυτό το έξω
απλωμένο κι επίπεδο
και χωρίς εμένα
ώσπου τέλειωναν οι κρυψώνες όταν χορταίνατε.

Το παράθυρο ράγιζε κι έμπαινε το σκοτάδι.
Δεν ερχόσουν να με δεις.
Σε θύμωνε που μύριζα ακόμα ξύδι ή ευκάλυπτο
ή πόσο αδύναμος υπήρξες και τότε.

 

Η απορία

Δεν την κοιτούσε ποτέ κατάματα
γι' αυτό ευγνωμονούσε τις ερωτήσεις
των συμμαθητών
που την ανάγκαζαν να σηκώνεται
να σιάζει το ρούχο
να ψάχνει τις κιμωλίες στην τσάντα
(σαν να αναμοχλεύει τα σπλάχνα της)
και να γυρίζει για να γράψει στον πίνακα
με μεγάλα κοριτσίστικα γράμματα σαν αβγά.

Παράξενο, θα σημειώσει, τον εικοστό πρώτο αιώνα
μετά από τόσες κατακτήσεις και νεωτερισμούς
τόση ελεύθερη αγορά
- βρώσιμη ύλη, έκθετη στους οπωρώνες,
χωρίς κουκούτσια, ούτε φίδια ούτε Άτλαντες να τη φυλάνε -
και τόσες μούσες σταυρωμένες στα σεντόνια του,
να ιδιωτεύει έτσι το μυαλό
(όταν αναμοχλεύει τα σπλάχνα του)
στο φάσμα ενός τεμαχίου άνω γάμπας με λίγο γόνατο
εκεί δηλαδή όπου τελειώνει η μπότα
και μέχρι την ανένδοτη άκρη
μιας καρώ παλιομοδίτικης φούστας.


Χαμηλή πτήση μούσας

Poets are always taking the weather so personally.
J.D. Salinger

«Ισως ν' αποζητώ με πείσμα τ' αδύνατα
όπως παιδί
μεγαλώνοντας στο μπαλκόνι την άνοιξη
σαν ανήσυχος πάνθηρας
με το ποδαράκι ελεύθερο ανάμεσα στα κάγκελα
θυμωμένος με τον φίκο
που τίποτ' άλλο δε μας ξετύλιξε
από πράσινα φύλλα
στιλπνά μα
δεμένα στο κοτσάνι τους».
 
Αυτοί ήταν οι μόνοι ατημέλητοι στίχοι
που άκουσα από τον ποιητή Ερνέστο Αμάρο
τον οποίο συνάντησα πρόσφατα σ' ένα παγκάκι
πάνω στην όχθη με τα κοκαλωμένα νούφαρα.

Οσο μιλούσε, παίδευε ένα κουμπί στο γιλέκο ώσπου το ξήλωσε.
Υστερα, σαν να 'ταν αυτό όλο κι όλο
το υπέρβαρο της πίκρας του,
τον συνεπήρε ο ουρανός κι άρχισε να μετράει τα σύννεφα
τονίζοντας
τη διαφορά
ανάμεσα στους θύσανους και τους υψισωρείτες.
 
Τον κράτησα από το χέρι και περπατήσαμε πλάι στο νερό
που κοιτούσε χωρίς να διπλασιάζει.
Στη χούφτα μου ίδρωνε κιόλας
ο οίστρος
ενός ακόμα περιττού σονέτου
για το φθινόπωρο.



Διάλειμμα
(με μικρή διαδήλωση)

Το πιο δύσκολο ήταν να καταλάβεις
τι ακριβώς υποστήριζαν οι τίμιοι.
Φ. Ντοστογιέφσκι

Ο καπνός μου
διαθλά
τη γεωμετρική ρητορεία
του
ανοιχτού
παραθύρου
και 
αναρριχάται
σε κλωστές από το χέρι μου
αναποδογυρίζοντας
τη βαρύτητα
για να διαδηλώσει ήρεμα
ότι γνωρίζει πια
πως συγγενεύουν
οι απεργοί του ανοιξιάτικου ουρανού
με τις μαριονέτες
στις οποίες
πιστεύουμε.

Τώρα
μονάχα ένας Ηλιος στον Καρκίνο θα μπορούσε
να μας διαλύσει.


Παράδοση

Τα βράδια που ο πατέρας
σκουπίζει σφυρίζοντας
το χιόνι από το κρεβάτι με την παλάμη του
και διώχνει τις αγέλες των λύκων από τους τοίχους
τσαλακώνοντας τον αφρό της μεγάλης εφημερίδας
(γιατί είναι πια χτες)
και τα κοτσύφια στοιχίζονται στις γραμμές της πιτζάμας του
ν' ακούσουν και ν' ακούσουν
για τον Οδυσσέα

μένει στο στήθος μου
μια σχισμή
απ' όπου αφουγκράζομαι
μελλοντικά τριξίματα στα ίδια σκαλιά
το σύνθημα των κλειδιών του στην πόρτα
το σταδιακό μεγάλωμα του κορμού στις σανίδες
καθώς θα γυρνά επιτέλους ο Κανένας στο σπίτι
ολόγιομος και λευκός
για να ταιριάξω τη ραψωδία μου με το σώμα του
στο άφοβο βαλς των δακτυλικών με
τα ελατήρια της σχεδίας
τα φύλλα της νυχτικιάς
τους ψίθυρους σαν ασημόχαρτα στις τσέπες του παλτού.

 

Το στήθος ως βούληση και ως παράσταση

Μα ναι, Μενέλαε.
Κρατώ ακόμα στην αγκαλιά μου
σαν μωρό
το πανέρι σου με τα κόκκινα φρούτα
από το περασμένο καλοκαίρι.
Σε σαστίζει λες
που μπορώ ακόμη να τα χαϊδεύω
δαγκώνω τη σάρκα τους για να θυμάμαι
και φτύνω τα κουκούτσια χωρίς αιδώ.
Αυτό συμβαίνει σου εξηγώ
γιατί είμαι το περασμένο μας καλοκαίρι.

(Και βάλε επιτέλους αυτό το ξίφος στη θήκη του
μην βγάλουμε κανένα μάτι).

 

Η φόδρα

Οταν τα βράδια
κατεβάζω τα σκουπίδια για πρόσχημα
κάθομαι λίγο στο σκαλάκι της εξώπορτας
σαν γυναίκα στην Αμοργό, την Υδρα ή τη Λαμία
πατώντας με τις παντόφλες στο χιόνι
κι ακούω το πηγαινέλα του δρόμου κάτω από την λάμπα
που φλυαρεί με τα δέντρα.
sur-les-ailes-du-temps-la-tristesse-s'envole
la-tristesse-s'envole-sur-les-ailes-du-temps

Θυμάμαι τότε τη γιαγιά
να φεύγει
πλήρης ημερών
και κατά γενική ομολογία (των άλλων)
χορτασμένη
λίγο αφότου έπλεξε το τελευταίο μανίκι.
Το γέλιο της ακόμα ροβολάει τη σκάλα.
Οταν ανοίξαμε την τσάντα της από δέρμα φιδιού
στη θήκη με το φερμουάρ
μαζί με τη φωτογραφία του έφιππου παππού επί Πλαστήρα
βρήκαμε έναν κατάλογο
με ιδιόγραφες κατάρες
και δεκαεπτά ονόματα
αυτόχειρων ποιητών.

 

elenapal@gmx.de







Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.