Λουκάς Λιάκος
Για τους άνδρες που πέφτουν κάθετα




Ενωση

Σφαγή
η μεταμόρφωση σε κόκκινο ένδυμα
ένα μαχαίρι τρελό αδέσποτο
Ζιζάνιο
το αίμα γυρνά σε σκοτεινά σημεία
ανάκατο σε λίμνες ανοχής
Χωματερές
εκεί που γεννούν και υποκρίνονται
βελόνες και κομμένοι ιστοί
Χείλη
λεπίδες ξανά μονομαχούν
σαδιστικά πάνω σε λευκά κρέατα
Τάξη
αν η αγκαλιά σου είναι τέλεια
τείνοντας σε ακινησία.

 

Μαρτυρία

Σας είδα
να με χτυπάτε με συρμάτινες βέργες
χτυπούσα κι εγώ
έπεφταν τα μαλλιά μου γυμνά σα γεννήσεις
μα ήσασταν πολλοί
και δεν νικούσα.

Ησουν κι εσύ
κάτω από δέντρο πέτρινο κρεμιόσουν από τον λαιμό
στολίδι παραθύρου
έκατσα έτσι για την αγωνία που μου 'φερνες
μα τα μάτια σου μιλούσαν άσχημα
καταναγκασμός μαζί και πάθος
δυο φορεσιές ενόχων
ζητούσαν μαρτυρία.

 

Ατιτλο

Είμαι από σάρκα και οστά
ενοικιαζόμενο δώμα
ήχος και φως που δυναμώνει
είμαι κάτι απλό
δουλεύω
γι' αυτά που δε πρόκειται να γίνουν

 


Ατιτλο

πρέπει να ρέει
αυτό που παράγεις
αγάπησα το βράδυ που περιστρέφεις
αγάπησα το σύντομο
το φίλησα
ήταν ο τελευταίος πόνος
μια λευκή στιγμή
θλιβερή σαν την αγκαλιά σου
που τρέμει
ξεχνώντας
ικανοποιήθηκα

 

Για τους άνδρες που πέφτουν κάθετα

Για τους άνδρες που πέφτουν κάθετα
Τα κορίτσια είναι βαμμένα και φωνάζουν
τόσο δυνατά που σπάνε τη μελωδία γύρω
έλα μαζί μου, τώρα που το αίμα τραγουδάω
όχι για να χορέψουμε μακάρια στα σύννεφα
μα για την ανοησία που με εξαπατά
για το σχοινί που με στραγγαλίζει.

Οταν σε φιλώ είναι για τον αναγκαίο πόνο.
Πατώντας για ενέργεια σε κάθε φράση
είναι παραλογισμός. Δεν ξέρουν τα κορίτσια
που τεντωμένα κάθονται σαν τίγρεις
πως είναι δόλωμα κι υποκατάστατο
πιθανοτήτων. Δεν ξέρουν πως κρέμονται
στο δράμα από μια ρίζα διαφυγής.

 

Το σκοτάδι μας

Κατέβαινες από τον λόφο και η σκιά σου ξεμάκραινε στο κακό που ήταν λειψό
οι πέτρες κολλούσαν κι ο ουρανός το δεχόταν, άστραφτε μαζί με τα ποτάμια του
τώρα σε πονάει, μην με αγγίξεις
είναι σαν έγκαυμα εκεί που μ' ακούμπησες, βουή και σύννεφα
μπερδεύονται στα πόδια σου άσπρα χρυσά ψηλοτάκουνα γνωρίζουν
τη νύχτα το χρώμα τα κύματα θύελλα είπες, εμπρός να φύγετε
χέρια κοκαλωμένα στα ρούχα πήραν εισπνοές μονοκόματα
μαχαίρια πέσαν στα νερά μύρισε η βροχή απάνω στο φουστάνι σου
μια σκιά στο καταμεσήμερο μου είπε πως είσαι καυτή
μα ζεις εκεί που ξεθωριάζεις
εσύ που κρέμασες βρεγμένο το χώμα όμοιο με το δέρμα σου κι ο ήλιος φουκαριάρικος
στυμμένος υγρός μας χτύπησε λίγο και διαγώνια ώςπου πρήστηκε κι αυτή η αχτίδα του
νιώσαμε τη σιωπή να σβήνει και φυσαλίδες να γυρνούν κάπου ήσυχα
τύμπανα βασιλικά ομιλίες απάντησαν
άνοιξαν τα χέρια σου, φτερούγες μεγαλοπρέπειας
κάποιο κλαψούρισμα στην αρχή του παραδείσου
ύστερα δόντια που έτριξαν κι ο αέρας θερμός
αρουραίων ουρλιαχτά μας περίμεναν, πως το εξηγείς
ωστόσο η στιγμή έμεινε ακίνητη, έστεκες δίπλα μου κι ήταν σωστό
οι πλάτες μας κολλητά στον τοίχο, τα μάτια παγιδευμένα
τρέξαμε, η περηφάνια πια δεν βοηθούσε
ξεχύθηκε το σκοτάδι μας στο άρωμα των λουλουδιών.

 

liakos.loukas@gmail.com







Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.