Δημήτρης Λεοντζάκος
Τοπία ξανά




Πέτρος

Είναι ένα ον σκηνικό. Και είναι το προϊόν μιας κλίσης. Οι δύο διαστάσεις του είναι αρκετές. Λοιπών αρκετές. Είναι φτιαγμένος με χρώματα, αλλά σχεδόν ποτέ δεν  συμπίπτει μαζί τους. Παρά μονάχα στον ύπνο. Εχει ένα σώμα. Ενα σώμα που διακλαδούται. Είναι ένα ον που διακλαδούται και για αυτό το σώμα του ακολουθεί. Το σώμα του έπεται. Και το σώμα του κάτι ακολουθεί, κάτι αδύνατο και για αυτό διακλαδούται. Διχάζεται, χωρίζεται, διαιρείται και ομοιάζει των δέντρων. Των δέντρων που προχωρούν προς το φως.  Είναι μορφή καθιστή και σκυφτή και τα κλαδιά της τα συντροφεύει φως. Νεαρό. Και νερό. Οι φυλλωσιές του κορμού του καταλήγουν ανοίγοντας στα δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Ενωμένα τα δάχτυλα απέναντι στον τεταμένο αντίχειρα, σχηματίζουν την μορφή ενός V. Το πιο μύχιό του γράμμα, το πιο μυστικό. Αυτός που είναι ένα ον αλφαβήτου. Υποστηρίζει εκεί το κεφάλι. Σ' ένα ον αλφαβήτου. Το σώμα του καταλήγει εκεί. Αλλόκοτη απόφυση, που γυρνά και κυκλώνει και διχάζει τον εαυτό της. Και στηρίζεται εκεί. Ανάποδη απόφυση, σκυφτή. Στηρίζει εκεί. Το κεφάλι που είναι κάτι σαν γράμμα. Δεν έχει πρόσωπο. Ακρο γυμνό και ευαίσθητο, ελλειπτικό και ελλιπές. Δεν ξέρει γιατί οι άνθρωποι έχουν ταυτίσει αυτήν την στάση ενός σώματος με τη σκέψη. Αυτός νομίζει ότι η σκέψη ομοιάζει περισσότερο με μια κλίση ή μάλλον μια κάμψη, ένα κοίλωμα ή μια καμπύλωση. Παρά με μια στάση ή μια πτώση. Του φαίνεται αστείο  και ειρωνικό όταν ένα όν σαν αυτόν -η μορφή και το είναι κάτι διχασμένου, κάτι διπλού-   ονομάζεται Παρμενίδης.

Πόνος

1

Τον εγκατέλειψε ο πόνος.     
                                                                  
Ολα άρχισαν εκεί. Στην πλάτη. Αρχισε απ' την πλάτη ένας έντονος πόνος. Και εντοπισμένος. Ο οποίος εμφανίστηκε εκεί. Μόνο σε μία στάση. Εμφανίζονταν εκεί. Απίθανη, μία στάση ειδική. Ή μάλλον τεχνητή. Μία στάση στην οποία ποτέ ένα ανθρώπινο σώμα δεν θα μπορούσε. Δεν θα μπορούσε να βρεθεί ένα ανθρώπινο σώμα. Μία στάση που την είχε εφεύρει ο ίδιος. Για τον πόνο. Έκαμψε το σώμα του να την εφεύρει. Για να έρθει. Την είχε εφεύρει για να έρθει ο πόνος. Να εγκατασταθεί, να ξαναέρθει. Εκεί. Ο δικός του πόνος, ο άγνωστός του. Να κατοικήσει εκεί. Είναι ο εφευρέτης του δικού του πόνου. Αυτός που έφτιαξε για τον πόνο ένα κομμάτι σώματος αλλιώς. Αυτός που έφτιαξε από τον πόνο ένα κομμάτι σώματος μικρό. Κυρτό του. Για τον πόνο το έφτιαξε. Του έφτιαξε σώμα να υπάρχει. Αυτός που εφηύρε το σώμα του. Μικροσκοπικό. Πονεμένο του. Δικό του. Για να τον υποδεχτεί. Τον πόνο. Τον υποδέχτηκε. Τον υποδέχεται.         

 

2

Τον εγκατέλειψε ο πόνος. Aρχισε να γίνεται στην αρχή αχνός και μετά κινούνταν. Σχεδόν υγρός κι άχρωμος μετακινούνταν. Μπορεί να σχεδιάσει τον χάρτη του σώματός του, επειδή ο πόνος του ήταν κινητός. Σώμα του είναι ο πόνος αυτός. Oτι ο πόνος τον εγκατέλειψε. Oτι το σώμα του τον εγκατέλειψε, ότι είναι κινητό. Ανήσυχος. Μετά κατέβαινε. Ο ώμος του δεξιού χεριού, ο αγκώνας, οι αρθρώσεις, οι τένοντες, οι μύες, ο πήχης, ο καρπός. Τα λεπτά οστά του χεριού, τα λεπτότατα των δαχτύλων. Κάθε φλέβα, αγγείο, κάθε ρυτίδα αδιόρατη, κάθε πτυχή του δέρματός του υπάρχει διότι αποτύπωσε. Αποτυπώνει αυτήν την κάθοδο. Ο πόνος πτυχώνεται και κατεβαίνει. Και όπως κατέβαινε πτύχωνε όλο το σώμα που τον έφερε, το έκαμπτε γύρω του. Η κάθοδός του. Η κάθοδος του πόνου. Αυτή του δημιούργησε την ιδέα.
 
Ο πόνος θα αποχωριστεί. Η κάθοδος του πόνου του επέτρεψε να φανταστεί ένα σημείο. Την ιδέα ότι ο πόνος θα βγει. Ιδέα είναι ένα τέτοιο στίγμα πόνου. Eνας σβώλος σώματος. Ένα βουναλάκι πόνου. Eξω. Εκτός. Κάποτε θα αποχωριστεί απ' το σώμα. Αποκολλάται απ' το σώμα του ο πόνος. Eχει μπροστά του ένα απόκομμά του. Eνα απόκομμα σώματος. Δικού του. Δικό του.

Eνα απόκομμα πόνου. Eξω απ' το σώμα του. Φορητό. Φορητός πόνος. Φορητό σώμα. Συμπυκνωμένο. Σμικρυμένο. Θα μπορούσε να του συμπεριφερθεί αναλόγως. Θα ήταν δυνατόν να παρατηθεί. Να το παρατήσει. Να ξεχαστεί ή και να δανειστεί. Να έχει μαζί του την ίδια σχέση που έχει με ένα οποιοδήποτε αντικείμενο. Αντίστροφο αντικείμενο, αδύνατο. Θα μπορούσε να το κρατά, να τον κρατά όπως ίσως κρατά μια τσάντα, μία ομπρέλα, ένα βιβλίο. Να ακουμπήσει τον πόνο σ' ένα τραπέζι ή σ' ένα κρεβάτι. Να τον ακουμπά, να τον αγκαλιάζει, να τον ξεχνά. Μνήμη αποκομμένη από το σώμα του. Αυτήν την λέει πόνο. Αυτόν τον λέει μνήμη. Και αυτό το σώμα το λέει μνήμη επίσης.

Θα ήταν δυνατό να μεταφερθεί. Να τον μεταφέρει. Να αφιερώσει μια ζωή σ' αυτό το έργο. Η μεταφορά του πόνου. Μια αντίστροφη, στικτή, διπλή, διασπασμένη Αινειάδα. Αλλά και μία εντοπισμένη, ενσαρκωμένη Αινειάδα. Εκεί είναι ο Πατέρας. Εκεί όπου ο Πατέρας είναι. Είναι μόνο ένας πόνος. Είναι μόνο λίγο σώμα. Σημειακός. Μόνος.

Μόνο που δεν ακούγεται. Δεν θα μπορούσε να ακούγεται. Δεν θα μπορούσε να τον ακούει. Διότι ο πόνος, το σώμα, οι πτώσεις δεν μιλούν. Το σώμα μιλιέται. Και παραμιλούν.


Δείγμα από την ανέκδοτη συλλογή Τοπία Ξανά

 

dleontzakos@gmail.com

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: www.e-poema.eu/poem.php?id=442







Copyright © 2006 e-poema.eu
Developed by WeC.O.M.