αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Βαλάντης Βορδός
Στοχαστικές ενατενίσεις ενός νέου ποιητή
Αλεξάνδρα Μπακονίκα




Βαλάντης Βορδός, Η ηλικία της παραδοχής, (.poema..) εκδόσεις, 2014

Μετά από την πρώτη του συλλογή, Ανάμεσα σε δύο θλίψεις και εφτά νύξεις, πριν από δύο χρόνια, ο Βαλάντης Βορδός επανεμφανίζεται με την Ηλικία της παραδοχής και ευχάριστα μας εκπλήσσει, γιατί αναμφίβολα κάνει ένα αξιοσημείωτο άλμα προόδου. Κατορθώνει μέσα από τα 31 ποιήματα της συλλογής να μας πείσει για την ωριμότητά του, την ευστοχία, τη συγκροτημένη ποιότητα ύφους και περιεχομένου. Και δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι τα ποιήματα δεν παρουσιάζουν ανισότητες, όλα είναι ίσης αξίας μεταξύ τους - ένα επιπλέον στοιχείο στις αρετές του βιβλίου.

Ο τίτλος συνοψίζει τη βαθιά και στοχαστική ενατένιση του ποιητή για τη σχέση του με τη ζωή, την κοινωνία και πρωτίστως με τον εαυτό του. Κάνει ένα εξονυχιστικό και τολμηρό ξεκαθάρισμα λογαριασμών, χωρίς να φοβάται την αποκάλυψη της πιο καταλυτικής αίσθησης τραγικότητας που τον κατακλύζει. Μια αδέκαστη αδρότητα, αιχμηρή οξύτητα, αδυσώπητη εξερεύνηση δίνει τον τόνο, συνθέτει τις διαβαθμίσεις της δραματικότητας. Κι επειδή το περιεχόμενο σφιχταγκαλιάζει την έκφραση και το ύφος, οι λυρικές εξάρσεις, η κενολογία, οι δήθεν εξωραϊσμοί αδιεξόδων, έχουν εξοβελιστεί από τους στίχους. Κυριαρχεί ένας στέρεος ρεαλισμός στη ροή του λόγου, διαυγής, πρωτότυπα εύπλαστος. Τα ποιήματα δεν κουράζουν, είναι καλοδουλεμένα, μεταδίδουν άμεσα το φορτίο των αισθημάτων:

Περνάς από συνοικίες
ερημικές τις νύχτες
...........................
Παραδομένος σ' αυτό το άλγος
που γυρνά και ξαναγυρνά
μέρες τώρα
καθώς τα τελευταία σύνορα είναι ανοιχτά
τα χειρουργεία έτοιμα
μα το βήμα μετέωρο.


Η συλλογή αρχίζει με το ποίημα «Σπουδή σε μια κολόνα», όπου ο ποιητής μάς μεταγγίζει τον τρόμο του για το παράλογο του θανάτου, που σαν μέγγενη σπέρνει την απειλή του, «τον προσεγγίζει με ύπουλο τρόπο/ ανοίγει ρωγμές στον μέσα κόσμο». Ως αντίστιξη λειτουργεί το ποίημα «Η ηλικία της παραδοχής», στο τέλος του βιβλίου, που εκφράζει την ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου να βυθιστεί, να ενωθεί ακόμη και με ένα τοπίο -κι ας είναι άνυδρο, απογυμνωμένο- για να αφομοιωθεί, να δεθεί με οποιονδήποτε τρόπο με τη ζωή. Οσο μοναχικός, ευαίσθητος κι ανικανοποίητος κι αν είναι, φλέγεται να ανυψωθεί πέρα από τη μετριότητα, την πλήξη μιας μίζερης και πνιγηρής καθημερινότητας. Φλέγεται να το πετύχει με δύο κυρίως τρόπους: μέσα από τον έρωτα και την ποιητική δημιουργία. Τα δύο κυρίαρχα αυτά θέματα δίνουν το έναυσμα για να εκτοξευθεί φρενήρης ένταση μέσα από τους στίχους.
Στις υψηλότερες θερμοκρασίες πάθους έφτασε στον έρωτα, μάλιστα τόσο πολύ και τόσο εκστατικά, ώστε θα προτιμούσε να ξεφύγει από τα αδιέξοδα που τον περισφίγγουν «αυτοκτονώντας την ίδια μέρα και ώρα με την αγαπημένη του». Μέσα στην παραφορά του την αποκαλεί «αγάπη μου θύελλα», κι επίσης σε άλλον στίχο «τρικυμισμένη μου θάλασσα». Απτά παρουσιάζεται το κρεσέντο της έντασης και του αλληλοσπαραγμού στην ερωτική σχέση τους - πεδίο σφοδρής μάχης όπου χάνονται αδηφάγα οι εραστές, ο ένας στην επικράτεια του άλλου. Το γνήσιο πάθος βέβαια τροφοδοτεί την ανθοφορία μιας ακατανίκητης τρυφερότητας που κατακλύζει τον εραστή για τη λατρεμένη γυναίκα:

Φοβάμαι τον καιρό
Που θα 'ρθει,
Και συ θα λείπεις
από τα ποιήματά μου, σαν αναλαμπή
που άδικα ξοδεύτηκε
πριν γίνει φωτιά.
Φοβάμαι την ώρα
που το μολύβι μου ακίνητο
θα στέκει για σένα
ένα λυπημένο στρατιωτάκι
αμίλητο.


Οι χώροι και τα τοπία της περιπλάνησης του ποιητή θυμίζουν ταινίες νουάρ: μπαρ, καφενεία, σκοτεινοί δρόμοι πόλεων, δωμάτια με κλειστά παράθυρα, παλιοί σταθμοί με τρύπια υπόστεγα, έρημες συνοικίες, παραλίες και θάλασσες τυλιγμένες σε μια γκρίζα αχλή. Είναι σχήματα και χρώματα που ταιριάζουν στον ψυχισμό του για να εξομολογηθεί το άλγος που τον βασανίζει «στρίβοντας το αγκίστρι στο στόμα του ύπνου του».

Δεν έχει αυταπάτες ότι η παγίδα έχει στηθεί: προέρχεται από μια γενιά ερειπίων και ανήκει σε μια γενιά ερειπίων. Το δηλώνει απερίφραστα στους στίχους: «Εμείς η γενιά της ημιμάθειας, της ψευτοκουλτούρας, της ρεμούλας και του ό,τι να 'ναι/ είμαστε η γενιά των ποιητών που αυτοκτονούν βλέποντας μια νύχτα/ να περνά κάτω από τα βλέφαρά τους,/ ένα τρένο γεμάτο απ' τους εφιάλτες τους». Το ιδιαίτερο όμως που μας κερδίζει είναι η στάση  του ποιητή να ξεπεράσει τη μιζέρια της κοινωνικής παρακμής όχι μεμψιμοιρώντας συνεχώς, αλλά απαιτώντας αποκλειστικά  από τον εαυτό του να πετύχει κάτι υψηλό.

Το μοναδικά ευγενές και υψηλό που μπορεί να τον οδηγήσει στην ευδαιμονία είναι η δύσκολη τέχνη της ποίησης, που όπως ο έρωτας τον βοηθάει να ξεχνάει τον τρόμο της επίγειας κόλασης γύρω του. Κι ασφαλώς η ποίηση είναι μια απαιτητική και δύσκολη ερωμένη, που της αφιερώνεται εξουθενωτικά, γνωρίζοντας ότι ναρκισσισμοί και εφησυχασμοί δεν ταιριάζουν για να την κατακτήσει. Είναι χαρακτηριστικός ο σαρκασμός που απευθύνει στον εαυτό του: «Η κόλαση είναι γλυκιά για τους πρωτοεμφανιζόμενους/ μετά/- θα θυμάσαι κι εσύ και οι όμοιοί σου τι λήθη σας περιμένει», επίσης και σε άλλους στίχους: «Ενα άγαλμα ποιητή οφείλει να λυγίζει/ μες στην τραγική ομορφιά του/ χίλια κομμάτια να γίνεται».

Μέσα σ' έναν κόσμο στυγνό και βίαιο, όπου η ανθρωποφαγία στήνει το άγριο σκηνικό της, ο απέριττος λόγος του Βαλάντη Βορδού, που κρατάει κάτι από τη ρεαλιστική αδρότητα και σε κάποια σημεία την αθυροστομία του Μπουκόφσκι, κοιτάει κατάματα τη αλήθεια «έχοντας λουστεί το χάος», νιώθοντας πανικό στα σωθικά του, αλλά συγχρόνως δεν παύει να ονειρεύεται ένα ανοιξιάτικο θέρετρο για να απαγκιάσει στην ομορφιά και στα τρίμματα τρυφερότητας που του απέμειναν.





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.