αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Θάνος Γώγος
Γύρω από την άγνωστη Γλασκώβη
Βασίλης Ρούβαλης




Θάνος Γώγος, Γλασκώβη, Θράκα, 2014
 
Η ευθυβολή στην αφηγηματική δοκιμή του Θάνου Γώγου αποδίδει όψιμους καρπούς... Η Γλασκώβη του είναι ενδιάμεση και δηλωτική μιας προϊούσας συνθήκης στο σύγχρονο ποιητικό πεδίο, εκείνο που ανατέμνει στην επανάληψη και την ανάδευση του σεφερικού σύμπαντος. Είναι παρομοίως μια άσκηση υπόδειξης για ό,τι αφορά την ομολογία και την παραδοχή στην εποχή των «άγονων γραμμών» της πνευματικής δημιουργίας σε αντιδιαστολή με το πρόσημο ασφαλείας του λεγόμενου χίπστερ λογιοτατισμού.

Εχοντας ως προϊδεασμό την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Μεταιχμιακή χαρά (Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013), όπου η φωνή του ποιητή ακούγεται βραχνή, άμεση, κυριολεκτική, και το ύφος επηρεάζεται από τις ενατενίσεις του στο κοινωνικό παρόν και το πολιτικό υπόβαθρο της ατομικής ακεραιότητας, η Γλασκώβη αποτελεί ένα ολόκληρο βήμα εμπρός. Από την πρωτόλεια κατάθεση έως τη χρονικά τόσο κοντινή επαναφορά του με δεύτερο βιβλίο, ο ποιητής κινείται στα όρια της αρνητικής αυτοέκθεσης. Ετούτο σημαίνει πως η τυπογραφική ευκολία και η εύχυμος αναγωγή σε «ποιητή» όλο και περισσότερων μη εμφορούμενων από ποιητικό ένστικτο, κατά τα τελευταία χρόνια, δεν τον αφορά ή εν τέλει υποδεικνύει τη διαφοροποίησή του.

Γράφει: 

Ο δρόμος/ ο χώρος που αφήνω ελεύθερο/ Ενας μικρός χώρος για ζωγραφική/ Είμαι.

Και αλλού, εμφανώς:

Αυτές οι φωνές πάλι./ μισώ αυτές τις φωνές/ Ουίνστον Τσόρτσιλ σκάσε από το κακό σου/ Είμαι ιδιοκτήτης δύο εσωτερικών φωνών/  «Πας βαθιά. Μπουρίνι προφητεύω».

Ο Γώγος επεξεργάζεται τη δομή της ποιητικής σύνθεσής του με εργαλεία θεάτρου, ομοιάζοντας με μπεκετικούς ακατάληπτους μονολόγους, είτε αναμειγνύει την επιστολική πεζολογική έκφανση με αναρωτήσεις και αφοριστικές τοποθετήσεις, με μοναδικό στόχο να φέρει τον λόγο του σε μια περίοπτη θέση απέναντι στον αναγνώστη.

Ποια τρελή να θέλει να παίξει για πάντα;
Ποιος αγάπησε το χαμόγελο που 'ρχεται μέσα απ' τα δάκρυά του;

Είτε:

Εγώ - φταίω - ποτέ / Ελλειψη κριτικής ικανότητας; / Ναι καλά. / Θα μπω ξανά στη γωνία / Πυθία τον χρησμό, το γνωμικό σου!

Το εγχείρημα φαίνεται πως αποσκοπεί σε κάτι περισσότερο: εκφράζει την προσδοκία αποφυγής του «τετελεσμένου», ακυρωμένου προτάγματος μιας διακειμενικότητας η οποία θέλησε να εμφανιστεί ως διαρκής, ισχυρή, επιτευγμένη, καθολική. Αυτός ο εν λόγω μοντερνισμός έχει χάσει την πολεμική του υπόσταση, κρίνεται παραδοσιακός (επομένως λιγότερο δυναμικός), είναι παρωχημένος. Είναι αυτό που διαπιστώνει κάποιος εύκολα ξεφυλλίζοντας τα πλείστα βιβλία με ποιήματα που θυμίζουν δοχείο μπογιάς με απροσδιόριστης απόχρωσης περιεχόμενο εξαιτίας της συνεχούς ανάδευσης του βασικού χρωματολόγιου. Σ' αυτό λοιπόν πρέπει να σημειωθεί η αντίληψη γύρω από τη στάση του ποιητή απέναντι στο ποίημα με όρους φαντασιακούς, ρητορικούς και ψυχολογικούς (συμβαδίζοντας με τις αναλογίες που πρεσβεύει ο Χάρολντ Μπλουμ). Και αυτό που εκκινεί το ενδιαφέρον, βάσει αυτής της συλλογιστικής, για το βιβλίο του Γώγο, είναι το σχήμα της αφήγησης που επιλέγει όσο και τα όρια της θεματικής του.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής παίρνει θέση με το εγώ και το ανατρέπει υπέρ του εμείς μέσα από μια διαδικασία κατανόησης του ατομικού και του συλλογικού. Μορφοποιεί τον κόσμο του μέσα από μικρόσχημα ανθρώπινα δεδομένα ωσάν τον αταύτιστο έρωτα, το πρόσκαιρο μίσος, τη στιγμιαία αντίδραση, το θάμβος και την απόρριψη, την αποτρόπαια δύναμη της εξουσίας, τα λογής παραληρήματα ενός κόσμου που αναδύεται στο τέλος μιας ψεύτικης κοινωνικής ευμάρειας.

Αλλο τόσο, ο ποιητής συνυφαίνει τον κόσμο του βιβλίου του ακροπατώντας σε γνώριμες αφηγηματικές τεχνικές, σε δοκιμές υφολογικής προσέγγισης με συγγραφείς-συγγενείς εκλεκτικούς (Ρεμπό, Ντύλαν Τόμας, Μαγιακόφσκι), σε ελεγχόμενα εκφραστικά σχήματα (μεταξύ λυρισμού, γλώσσας του δρόμου, καταγγελτικού λόγου).

Συνολικά, το βιβλίο αυτό έχει δομηθεί πάνω σ' ένα στέρεο οικοδόμημα που μέλλει να γεμίσει περισσότερο με τις επόμενες αναστοχαστικές προθέσεις του. Αυτό το μεδούλι από την εμπειρία του κόσμου, τη μελέτη, τον ευρυγώνιο φακό με τον οποίο θα αντιμετωπίσει εαυτόν στο μέλλον.

Η «Γλασκώβη» του Θάνου Γώγου είναι μια ιδεατή καταγραφή στον ορίζοντα. Δεν υφίσταται, δεν ορίζεται απτά. Θα μπορούσε να 'ναι μια άλλη πόλη, λιγότερο ευρωπαϊκά εξωτική, περισσότερο «κοντινή» στην πραγματικότητα της δικής του αστικής αντίληψης. Ετούτο συμβαίνει με την προφάνεια της «αντ' αλλού» αλήθειας, όχι του ψεύδους, μα ούτε καν της προσποίησης - απαντάει με στίχους και φράσεις όπως απευθυνόμενος σε αυτούς που γκρινιάζουν «για την απώλεια που η αισθαντικότητα καθορίζει την ευτυχία τους», σε αυτήν που λέει «σίγουρα θα μ' αγαπά ακόμη (αν όχι θα κόψω τα χέρια μου/ και θα τον ορίσω υπεύθυνο), σε εκείνον που είναι δυσανεκτικός στις γυναίκες και φωνάζει «Παρασύρθηκα. Ενός φιλιού μύρια κακά έπονται!».

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.