αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Παναγιώτης Μηλιώτης
Στην πιο βαθιά ώρα της νύχτας
Στράτος Κοσσιώρη




Παναγιώτης Μηλιώτης, Μια ανάσα δρόμος, Ars Nocturna, 2013

Η συλλογή έτυχε αναγνώρισης ανάμεσα στις ποιητικές συλλογές που τυπώθηκαν το ίδιο έτος, από πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές, μιας και έλαβε εξ ημισίας το βραβείο της Εταιρείας Συγγραφέων «Γιάννης Βαρβέρης» μαζί με τη συλλογή «Μουσείο Αδειο» της ποιήτριας Μαρίας Κουλούρη.

Ο Παναγιώτης Μηλιώτης μάς εισάγει στη πιο σιωπηλή, «στη πιο βαθιά ώρα της νύχτας», σ' ένα αστικό περιβάλλον ασφυκτικό, εκεί που ο μετέωρος άνθρωπος των πόλεων σαν τη μοναχική σκιά περιπλανιέται «στους ίδιους μα πάντα άγνωστους δρόμους».

Ο κόσμος όπως ξετυλίγεται από τη γραφίδα του ποιητή, μοιάζει να έχει απολέσει την ολοκληρία του. Η τάξη και η συμμετρία συνιστούν μια απεγνωσμένη απαίτηση μπροστά στο αβέβαιο μέλλον που εξαρθρώνεται: «Μεγάλα κομμάτια Νύχτας, ατέλειωτα τετράγωνα,/ αραιές νυσταγμένες λάμπες».

«Η Νύχτα μας αδειάζε», η «Νύχτα» ό,τι αγαπήσαμε, μας το παίρνει μακριά. Η λέξη «Νύχτα», λέξη-κλειδί για τον ποιητή, επαναλαμβάνεται στα ποίηματα της συλλογής, σαν μια πικρή υπενθύμιση, σαν ένα μακρινός αντίλαλος από τον πιο σκοτεινό, τον πιο ενδόμυχό μας στεναγμό.

«Τι είναι πάλι αυτό που ακουμπά στο στήθος,/ έρχεται σαν όγκος μες τη Νύχτα», το πλάκωμα στο στήθος εκεί που κλείνεται και πνίγεται το ανθρώπινο, όλα αυτά που συνιστούν τον άκαμπτο κύκλο που στήνεται το γαιτανάκι του φόβου, γίνονται πιο ορατά μέσα στην ηλιοκεντρική Νύχτα του Μηλιώτη.

Ηλιοκεντρική, διότι είναι σαν ένα άλλος ήλιος. Ηλιος παράδοξος, που φωτίζει μέσα από το σκοτάδι όλα αυτά που κρατούμε μέσα μας και μας πνίγουν. Τις διαψεύσεις, τις μικρές και μεγάλες ματαιώσεις της καθημερινότητας που λαμβάνουν χώρα στις σύγχρονες τσιμεντουπόλεις: «Τόσο που ανοίγω τα πόδια/ για να πηδώ τα ρήγματα της μέρας», γράφει ο ποιητής και περιγράφει με γλαφυρότητα την τραχύτητα του πραγματικού: «Ψάχνοντας να πιαστώ σε τίποτα λαβές» διαλαλεί απεγνωσμένα και πράγματι, στις απρόσωπες πόλεις έκει που ανθίζει ο υλικός πλούτος ,η υπερπληθώρα των αγαθών και των υπηρεσιών, πόσες φορές φθάνουμε στο σημείο, να μην έχουμε που να κρατηθούμε. Κάπου να μοιραστούμε την ειλικρινή επιθυμία για την απλότητα των πραγμάτων: «μακάρι λιγάκι να φυσήξει.../ μήπως κι ανάψει ολόγυρα καμιά επιθυμία».

Ο άνεμος και η θάλασσα, τα βότσαλα, «είναι τραγούδια κλεισμένα στο κύμα». Την απλότητα των παραγμάτων, για να την νιώσει κανείς, χρειάζεται να οξύνει τις αισθήσεις του. Με οξυμένους λεκτικούς χρωματισμούς αποτυπώνεται ο Ήλιος από τη γραφίδα του ποιητή: «Απόψε ο ήλιος με πότισε πολύ,/ έσκισε τα χείλια μου», θυμίζοντας αμυδρα στο σημείο αυτό, τον ήλιο του Albert Camus, έναν ήλιο που περονιάζει την ύπαρξη, στο μυθιστόρημα «Ο Ξένος».

Για τον ποιητή,το φως του ήλιου, το φως της μέρας, φέρνει στην επιφάνεια την ίδια τη σκληρότητα της ζωής μέσα από το πρίσμα της μνήμης: « Το θάρρος που μου 'λειπε/ τ' άδικο θυμάμαι, κείνο το ξημέρωμα». Η έλλειψη θάρρους και η ανάγκη εύρεσής του μπροστά στην ανήλεη πραγματικότητα, συνιστά για τον Μηλιώτη πρωτεύον ζητούμενο: «Τόσο μικρή η απόσταση κα χάνομαι/ στ' αυλάκια του μυαλού».

Για τη δύναμη που χρειάζεται κάποιος να φωνάξει το βαθύ του παράπονο αναρωτιέται: « Πως να μιλήσω»; Η κάπου αλλού όταν το λιγοστό θάρρος συντρίβεται  κάτω από το βαρύ πέπλο των διαψεύσεων: «ξέρω πως όταν μιλώ δεν ενισχύω τον εαυτό μου».

Για τα όνειρα που θρυμματίστηκαν, για τις βαρύνουσες  έγνοιες αλλά και για την «Νύχτα» της ψυχής μας που επιμένει να κλείνεται στον αδιέξοδο κύκλο της εξωτερικής και εσωτερικής μόνωσης, η απάντηση του ποιητή είναι δυναμική και το ίδιο σκληρή με το περιβάλλον που την επιτάσει: «Εκδίκηση ψιθύρισα εκδίκηση».

Kάποιες άλλες φορές όμως,μέσα από τα ποιήματα της συλλογής του Παναγιώτη Μηλιώτη ο χρόνος μοιάζει να ξετυλίγεται χωρίς προοπτική. Φαντάζει άδειος από κάθε περιεχόμενο, κατακερματισμένος από μνήμες σωρούς: «Ό,τι με κρατά ανήλικο είναι σπαρμένοι σωροί-/ πέτρες, σίδερα και βέργες». Ο Χρόνος αρνητής της ίδιας του της φύσης κυλά σβήνοντας γύρω του το νόημα των παραγμάτων.

Η μοίρα του ανθρώπου μοιάζει να έχει τελματώθεί κάτω από το βάρος της ευθύνης. Οι προυποθέσεις μιας εξωτερικής και εσωτερικής εξέγερσης μοιάζουν πιο αβέβαιες από ποτέ: «Το σώμα που χάσαμε είναι η αφήγηση/είναι η άρνηση να ρέουν γεγονότα/ δίχως σημασία». Η «Νύχτα» επανέρχεται ξανά και ξανά στο ποιητικό όραμα, ανένδοτη, κλείνοντας τα περάσματα, δυσκολεύοντας και την πιο απλή διαδρομή: «Φτάσαμε νύχτα, παρά λίγο να χαθούμε νύχτα/ πέτρα την πέτρα με τον κρότο στο κάθε βήμα».

Κι έτσι, η αγωνία της ευθύνης μετατίθεται και προσωποποιείται άλλοτε σε στοιχεία της φύσης «βλέπω δέντρο να σηκώνει χέρι/ να χτυπά σαν άνθρωπος το τζάμι», άλλοτε σε αφηρημένες, αβέβαιες εικόνες: «Χέρια σε σχήματα θαμπά».

Αλλού πάλι επανέρχεται η διάψευση μιας ενδεχόμενης ανάτασης «Γκρέμισε η πλάτη τη φωνή σου»: «Μέσα σ' έρημο προχωρούμε/ δίπλα μας απλώνεται σιωπή». Σε γενικές γραμμές, μέσα από τους στίχους της συλλογής «Μια Ανάσα Δρόμο» το συναισθηματικό πλαίσιο που περιβάλλει τη σύγχρονη μεγαλούπολη, περιγράφεται με δυστοπικούς χρωματισμούς: «Αρρωστος ουρανός/στο πνευμόνο κατακάθισε η σκόνη»η αλλού «συντρίμμια κυκλώνουν το πάρκο». Η φωνή του ποιητή φτάνει κάποια στιγμή να εκφράσει ακόμα και τον μηδενισμό :«Βουβά και χωρίς θεό τα χρόνια που 'ρχονται».

Η ανάγνωση του πρώτου αυτού ποιητικού πονήματος του Παναγιώτη Μηλιώτη μας κάνει αλήθεια να αισθανόμαστε τις περισσότερες φορές ασφυκτικά. Κάποιος άλλος ίσως να έλεγε πως δύσκολα διακρίνει κανείς χαραμάδες αισιοδοξίας. Αυτό σε ένα βαθμό και κατά την προσωπική μου άποψη είναι αληθές. Ωστόσο, υπάρχει μια δύναμη στην έκφραση των ποιημάτων αυτών τα οποία έχουν εξπρεσσιονιστικές καταβολές. Αυτή η δύναμη στην εκφραστική, θεωρώ κρατά τις ισσοροπίες ώστε να βιώσει ο αναγνώστης την επιποθούμενη κάθαρση.

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.