αφιέρωμα

Ο Μόντης στην Κύπρο
Ελένη Κεφάλα
Παιχνίδισμα με τον χρόνο
Βασίλης Ρούβαλης




Ελένη Κεφάλα, Χρονορραφία, Νεφέλη 2014

Η ποιητική φωνή της είναι φρέσκια, όχι πρωτόλεια. Δημιουργεί την αίσθηση της συναγωγής ήχων από παλαιές εκφραστικές δεξαμενές όσο επίσης από την εμπειρία του ενστίκτου - αυτού του φιλολογικώς αδόκιμου στοιχείου που μόνον οι ποιητές αντιλαμβάνονται, εντοπίζουν και εν τέλει αξιοποιούν... Η Ελένη Κεφάλα γράφει ποιήματα για το σήμερα και τα διαχειρίζεται με την ανάλογη, την περιρρέουσα αίσθηση ανάγκης για μιαν απελευθέρωση τόσο στη φόρμα όσο και στην πλοκή του ποιητικού υλικού της. Με δυο λόγια, η νεοεμφανιζόμενη ποιήτρια, σ' ετούτη τη δεύτερη συλλογή της, προσδοκά να ξεπεράσει τα εσκαμμένα, να διαφύγει από το περίγραμμα της τρέχουσας ή καθεστηκυίας ποιητικής, και γι’ αυτό είναι ενδιαφέρουσα...

Μέσω της Χρονορραφίας της μπορεί ν' αναπαραχθεί η συζήτηση για τον ορισμό του ποιητικού λόγου (αντιδιαστέλλοντάς τον με την ποιηματογραφία των τελευταίων χρόνων), τις τάσεις που εμφανίζει όντας συναρτημένος με την κοινωνική εξέλιξη, τις μορφές και τους τρόπους που έχουν οδηγήσει στην πολλαπλή κρίση δεδομένων και αριθμών, κι επομένως και στην κρίση της ελληνικής ποίησης. Κι εξηγούμαι: μεταξύ της ανέμελης αναπαραγωγής της μετασεφερικής μοντερνιστικής ποιητικής -όπου το κοσμοείδωλο της ποίησης μετατράπηκε σε Τοτέμ, απροσέγγιστο, δυσκίνητο, ανωφελές εκ της γήρανσής του- και της καινοφανούς πλημμυρίδας πρόχειρων εκδόσεων από πρόχειρους ποιητές απευθυνόμενους σε πρόχειρους αναγνώστες (δηλαδή, τελικά, ό,τι υπονοήθηκε ως «μεταμοντέρνο» από μιαν πλειονότητα), η ταυτότητα της Ποίησης εξακολουθεί να διαμορφώνεται υπό τις νέες συνθήκες. Ητοι, σ' αυτό το μεσοδιάστημα της μετανεωτερικότητας όπου το παλιό είναι χρήσιμο αλλά δεν λογίζεται ωφέλιμο, όπου το νέο είναι αυτοδίκαια νέο αλλά στηρίζεται στο παλιό, ο ποιητικός λόγος οφείλει να επαναμαγεύσει τον κόσμο με την ανατρεπτικότητά του. Ενα νέο ποιητικό πεδίο δύναται ν' αφήσει το στίγμα του στο τωρινό γίγνεσθαι με «όχημα» την ανάγκη μιας νέας ιστορικότητας και με τον ίδιο τον Λόγο.

Σ' αυτό το πλαίσιο στοχασμού περί της νεοελληνικής ποίησης μπορεί να παρεισφρύσει η δοκιμή, το παιχνίδισμα, η τολμηρή παράθεση, η αισιόδοξη πρόθεση, η εκφραστική και νοηματική τρίλια έως και η στιβαρή ανάμειξη... Κι όλ' αυτά για να επέλθουν νέες μορφές παρέμβασης στην αφήγηση του κόσμου, ενδιάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό πρόταγμα, νέα μεγέθη για τη διανόηση και τις αξιώσεις της Τέχνης διαχρονικά. Βάσει αυτών των δεδομένων μπορεί να διαβαστεί το δεύτερο ποιητικό εγχείρημα της Κεφάλα: «Ολο το βράδυ ακούγονταν στην ακτή/ τα παράξενα τραγούδια τους» σημειώνει κατ' αρχάς, δίνοντας το στίγμα για τον τρόπο προσέγγισης της περιπέτειας στις επόμενες σελίδες... Διότι πρόκειται για μια μεγάλη αφηγηματική σύνθεση, σε φόντο συγκεκριμένο και ιστορικά απτό, όπου τα πολλά και διαφορετικά «κομμάτια» της καταλήγουν σε ένα και μοναδικό σημείο: στην ερμηνεία του χρόνου για την ύπαρξη.
Κάθε ποίημα-κομμάτι αυτής της σύνθεσης είναι εμφατικά ένα αυτόνομο σύμπαν. Ωστόσο, σταδιακά νοηματοδοτούνται αλλιώτικα και μετέρχονται μιας λογικής παράθεσης και κατανομής. Οι εν δυνάμει συνδυασμοί λειτουργούν ως χιαστές μεταξύ λεκτρικών ποιημάτων, μικρών λυρικών ημερολογιακών σημειώσεων, στίχων εκκωφαντικών και λιτών, ποιητικών διασκελισμών με πάμπολλες πραγματολογικές αναφορές (ιστορικά πρόσωπα, τοπωνύμια, σημεία αναφοράς γεγονότων) αλλά και με ορισμένες επιδράσεις από σημαίνουσες ποιητικές στις οποίες η ποιήτρια εντρυφεί.

Η εναλλαγή των αφηγηματικών τρόπων δημιουργεί την εντύπωση ενός σκαριφήματος, διανοητικής σύλληψης και αποτύπωσης, που παρασύρει τον αναγνώστη σε μια γεωμετρική λογική. Σε τούτο το πολυδιάστατο πλαίσιο ο κοινός παρονομαστής είναι η συγχρονία, η ερμηνεία της Ιστορίας στο διάκενο. Η διαδικασία, σε επίπεδο ποιητικής, είναι βεβαίως μια επινόηση της ποιήτριας, η οποία θέλει να «διαβάσει το παρελθόν» και να του προσδώσει σχήματα, να το ερμηνεύσει και να το εναρμονίσει με το επόμενο παρελθόν, αυτό που τώρα σχηματοποιείται στον αέναο και διαθλασμένο ιστορικό κύκλο.

Οι Χρονορραφίες λοιπόν, δικαιολογώντας τον τίτλο του βιβλίου, αποτελούν ένα στοίχημα για το «μετά». Δεν είναι βέβαιο το τι θα επέλθει στην πνευματική κονίστρα και το πώς ο στοχασμός και οι Τέχνες θα οδεύσουν παράλληλα με τις ρέουσες διεργασίες στην πραγματικότητα. Παρ' όλ' αυτά, στην προκειμένη περίπτωση τεκμηριώνεται η σχέση με όλους όσοι προσδοκούν την εξέλιξη, συντάσσονται με τους «εργάτες» στα θεμέλια του θεωρητικού λόγου και αναμφίβολα αδιαφορούν για τη συγκαιρινή εποχή της τέχνης, τη δεσπόζουσα αντίληψη, την κοινοτοπία.

Η ποιήτρια επεξεργάζεται το προσωπικό ύφος της κι επιμελείται ένα σύστημα κριτηρίων για την αισθητική επιλογή της σ' όλη την έκταση του βιβλίου. «Σαν πέτρες πέφτουν οι φωνές/ για να μην τις παίρνει ο άνεμος», σημειώνει με νόημα… Ανάμεσα στον λυρισμό και την κατάφαση του βλέμματός της, ολοφάνερα, υπάρχει η αγωνία του διαλογισμού για την ανθρώπινη αντοχή απέναντι στον χρόνο. Η στιγμή είναι πραγματικότητα· περιέχει τον χρόνο και τη συνείδηση (εάν εδώ παρεμβληθεί ο στοχασμός του Γκαστόν Μπασελάρ)· στο σύνολό της αποτελεί τον χώρο των αναμνήσεων· άμεσο δεδομένο της είναι η γνώση, από την οποία θα επέλθει η εξέλιξη. Χάρη σ' αυτό το νοητικό σχήμα διαμορφώνεται ένα κάτοπτρο του Είναι, το οποίο περιεργάζεται εδώ η Κεφάλα με πλάγια ερωτήματα είτε με χαμηλής θερμοκρασίας σύμβολα. Κι αυτό είναι που κάνει την αναμονή του επόμενου βήματός της ακόμη πιο επιτακτικό.

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.